Αγγλικά → Ελληνικά - penitent

προφορά
ουσ. μετανοών
επίθ. μετανιωμένος, μετανοών

Αγγλικά → Αγγλικά - penitent

προφορά
n. one who has returned to his faith; repenter; ascetic
adj. repentant; ascetic
adj. penitent, repentant; ascetic

Αγγλικά → Γαλλικά - penitent

προφορά
n. repentant; pénitent; ascète
adj. pénitent; repentant; ascète

Αγγλικά → Γερμανικά - penitent

προφορά
n. Sünder; Büßer
adj. bußfertig; bereuen, reuevoll

Αγγλικά → Ινδονησιακά - penitent

προφορά
n. pendosa yg menyesal atas perbuatannya
a. menyesal: yg menyesal, penyesalan: yg menunjukkan penyesalan

Αγγλικά → Ιταλικά - penitent

προφορά
agg. penitente

Αγγλικά → Πολωνικά - penitent

προφορά
n. pokutnik, penitent, pokutnica
a. skruszony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - penitent

προφορά
s. quem se arrepende, penitente
adj. penitente, arrependido

Αγγλικά → Ρουμανικά - penitent

προφορά
n. penitent, pocăit
a. pocăi: care se pocăieşte, pocăit, corecţie: de corecţie

Αγγλικά → Ρωσικά - penitent

προφορά
с. кающийся грешник
прил. раскаивающийся, кающийся

Αγγλικά → Ισπανικά - penitent

προφορά
s. penitente; flagelante
adj. penitente, arrepentido

Αγγλικά → Τουρκικά - penitent

προφορά
i. pişman olan kimse, tövbekâr, papazın verdiği cezayı çeken kimse, kefaret ödeyen kimse
s. pişman, tövbeli

Αγγλικά → Ουκρανικά - penitent

προφορά
n. грішник, що розкаюється
a. розкаюватися: який розкаюється, покаянний

Πολωνικά → Αγγλικά - penitent

n. penitent

Ρουμανικά → Αγγλικά - penitent

n. penitent

Αγγλικά → Ολλανδικά - penitent

προφορά
bn. berouwvol, boetvaardig
zn. boetvaardige, boeteling, boetelinge, biechteling

Αγγλικά → Αραβικά - penitent

προφορά
‏النادم، التائب، التائب عن الخطايا‏
‏نادم، تائب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - penitent

προφορά
(名) 悔过者; 忏悔者
(形) 忏悔的, 悔悟的

Αγγλικά → Κινεζικά - penitent

προφορά
(名) 悔過者; 懺悔者
(形) 懺悔的, 悔悟的

Αγγλικά → Χίντι - penitent

προφορά
n. पश्चात्ताप करनेवाला मनुष्य, तोबा करनेवाला व्यक्ति, अनुतापी, पश्चात्ताप करनेवाला व्यक्ति
a. पश्चात्ताप करनेवाला, तोबा करनेवाला, प्रायश्‍िचत्त करनेवाला, प्रायश्‍िचत-संबंधी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - penitent

προφορά
(形) 罪を悔いた; 後悔した
(名) 罪を悔いている人; 告解者

Αγγλικά → Κορεατικά - penitent

προφορά
명. 종교로 복귀하는 사람; 참회하는 사람, 후회하는 사람; 고행자
형. 후회하는, 참회하는; 고행하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - penitent

προφορά
a. hối hận, sám hối


© dictionarist.com