Αγγλικά → Ελληνικά - peculiar

προφορά
επίθ. αξιοπερίεργος, ιδιάζων, ιδιόμορφος, ιδιόρρυθμος, παράξενος

Αγγλικά → Αγγλικά - peculiar

προφορά
adj. exceptional, special; strange, odd, curious; unique, singular
adj. kinky, quirky, peculiar
adj. singular, peculiar; particular, specific; proper

Αγγλικά → Γαλλικά - peculiar

προφορά
adj. spécial, singulier, bizarre, particulier

Αγγλικά → Γερμανικά - peculiar

προφορά
adj. besonders; eigenartig; einzigartig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - peculiar

προφορά
n. harta pribadi
a. khusus, istimewa, khas, aneh, ganjil, garib, biasa: tak biasa

Αγγλικά → Ιταλικά - peculiar

προφορά
agg. proprio, particolare, peculiare, caratteristico; speciale; singolare; strano, curioso

Αγγλικά → Πολωνικά - peculiar

προφορά
a. własny, osobliwy, indywidualny, specyficzny, właściwy, szczególny, dziwny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - peculiar

προφορά
adj. peculiar; estranho; especial; raro

Αγγλικά → Ρουμανικά - peculiar

προφορά
n. proprietate particulară, interes privat
a. caracteristic, specific, propriu, distinct, exclusiv, particular, special, deosebit, original, singular, ciudat, straniu, grotesc, curios

Αγγλικά → Ρωσικά - peculiar

προφορά
прил. специфический, особенный, своеобразный, характерный; личный, отдельный, частный; странный, эксцентричный

Αγγλικά → Ισπανικά - peculiar

προφορά
adj. peculiar, característico, distintivo, particular, típico; excepcional, caracterizado, raro, singular

Αγγλικά → Τουρκικά - peculiar

προφορά
i. özel mülk, özel eşya, ayrıcalık, ayrıcalıklı kilise
s. has, özgün, özel, acayip, tuhaf

Αγγλικά → Ουκρανικά - peculiar

προφορά
a. особливий, особистий, власний, індивідуальний, своєрідний

Πορτογαλικά → Αγγλικά - peculiar

προφορά
adj. singular, peculiar; particular, specific; proper

Ισπανικά → Αγγλικά - peculiar

προφορά
adj. kinky, quirky, peculiar

Αγγλικά → Ολλανδικά - peculiar

προφορά
bn. bijzonder, individueel, speciaal, ongewoon, eigenaardig, uitzonderlijk, eigen, vreemd, raar, gek
zn. eigenaardigheid

Πορτογαλικά → Γαλλικά - peculiar

προφορά
1. (geral) singulier
2. (ocorrência) étrange
3. (comportamento) singulier

Ισπανικά → Γαλλικά - peculiar

προφορά
1. (general) singulier
2. (raro) drôle; bizarre; curieux; grotesque; étrange

Ισπανικά → Γερμανικά - peculiar

προφορά
a. eigenartig, eigentümlich, besondere, charakteristisch

Ισπανικά → Ρωσικά - peculiar

προφορά
adj. особый, свойственный

Αγγλικά → Αραβικά - peculiar

προφορά
‏كنيسة خاصة‏
‏خاص، مميز، غريب، غريب الأطوار، خصوصي، متميز، عجيب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - peculiar

προφορά
(形) 奇特的, 特殊的, 罕见的

Αγγλικά → Κινεζικά - peculiar

προφορά
(形) 奇特的, 特殊的, 罕見的

Αγγλικά → Χίντι - peculiar

προφορά
n. अपनी सम्पत्ति, निजी संपत्ति, असाधारण धन
a. ख़ास, विशेष, विशेषक, विलक्षण, निराला, अनोखा, अजीब, निजी, ज़ाती

Αγγλικά → Ιαπωνικά - peculiar

προφορά
(形) 奇妙な; 独特の; 特別な

Αγγλικά → Κορεατικά - peculiar

προφορά
형. 특별한; 이상한, 묘한; 독특한

Αγγλικά → Βιετναμικά - peculiar

προφορά
n. tài sản riêng, đặc quyền cá nhân
a. riêng, đặc biệt, cá nhân, kỳ dị, dị thường

Ισπανικά → Κορεατικά - peculiar

προφορά
adj. 독특한


dictionary extension
© dictionarist.com