Αγγλικά → Ελληνικά - peachy

προφορά
επίθ. έξοχος

Αγγλικά → Αγγλικά - peachy

προφορά
adj. peach-colored, having a yellowish-orange color; (Slang) nice, charming; cute, lovely (Slang)

Αγγλικά → Γαλλικά - peachy

προφορά
adj. magnifique, charmant mignon (argot); sympa (argot); couleur pêche;

Αγγλικά → Γερμανικά - peachy

προφορά
adj. pfirsichähnlich, prachtvoll

Αγγλικά → Ινδονησιακά - peachy

προφορά
a. hebat, bagus: sangat bagus

Αγγλικά → Ιταλικά - peachy

προφορά
agg. come pesca, del colore della pesca; (slang) carino, simpatico

Αγγλικά → Πολωνικά - peachy

προφορά
a. aksamitny {przen.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - peachy

προφορά
adj. cor de pêssego; fofinho, simpático, bonito (Gíria)

Αγγλικά → Ρουμανικά - peachy

προφορά
a. asemănător unei piersici

Αγγλικά → Ρωσικά - peachy

προφορά
прил. персиковый, похожий на персик; превосходный, отличный, приятный

Αγγλικά → Ισπανικά - peachy

προφορά
adj. aterciopelado

Αγγλικά → Τουρκικά - peachy

προφορά
s. şeftali gibi, şeftali rengi, çok güzel, nefis, bir içim su

Αγγλικά → Ουκρανικά - peachy

προφορά
a. персиковий, чудовий, разючий

Αγγλικά → Αραβικά - peachy

προφορά
‏وشى، تحدث وراء الشخص‏
‏خوخي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - peachy

προφορά
(形) 桃似的, 出色的, 桃色的

Αγγλικά → Κινεζικά - peachy

προφορά
(形) 桃似的, 出色的, 桃色的

Αγγλικά → Χίντι - peachy

προφορά
a. सतालू के रंग का, आड़ू का, शानदार, अद्‌भुत, विलक्षण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - peachy

προφορά
(形) モモのような; すてきな; 可愛い, 愛らしい; 桃色の

Αγγλικά → Κορεατικά - peachy

προφορά
형. 복숭아의, 복숭아 같은, 훌륭한

Αγγλικά → Βιετναμικά - peachy

προφορά
a. giống trái đào, mướt như da trái đào


dictionary extension
© dictionarist.com