Πορτογαλικά → Αγγλικά - pausado

προφορά
adj. slow; leisurely, unhurried

Ισπανικά → Αγγλικά - pausado

προφορά
adj. slow, deliberate; easy, gentle

Ισπανικά → Γερμανικά - pausado

προφορά
a. ruhig, langsam, gelassen, gemessen, gemächlich

Ισπανικά → Ρωσικά - pausado

προφορά
adj. медленный

Ισπανικά → Κορεατικά - pausado

προφορά
adj. 느린


dictionary extension
© dictionarist.com