Ιταλικά → Αγγλικά - patrio

προφορά
adj. native, inborn, of or pertaining to one's place of birth

Ισπανικά → Αγγλικά - patrio

προφορά
adj. native home

Ιταλικά → Γερμανικά - patrio

προφορά
adj. heimisch

Ισπανικά → Γερμανικά - patrio

προφορά
a. vaterländisch, heimatlich

Ισπανικά → Ρωσικά - patrio

προφορά
adj. отечественный

Ισπανικά → Κορεατικά - patrio

προφορά
adj. 조국의


dictionary extension
© dictionarist.com