Αγγλικά → Ελληνικά - patrimonial

προφορά
επίθ. πατρογονικός

Αγγλικά → Αγγλικά - patrimonial

προφορά
adj. inherited from one's father or ancestors
adj. patrimonial, inherited from one's father or ancestors

Αγγλικά → Γαλλικά - patrimonial

προφορά
adj. relatif au patrimoine

Αγγλικά → Γερμανικά - patrimonial

προφορά
adj. ererbt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - patrimonial

προφορά
a. warisan

Αγγλικά → Ιταλικά - patrimonial

προφορά
agg. patrimoniale

Αγγλικά → Πολωνικά - patrimonial

προφορά
a. patrymonialny, dziedziczny, odziedziczony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - patrimonial

προφορά
adj. patrimonial, diz-se de propriedade herdada

Αγγλικά → Ρουμανικά - patrimonial

προφορά
a. patrimonial, ereditar

Αγγλικά → Ρωσικά - patrimonial

προφορά
прил. родовой, наследственный

Αγγλικά → Ισπανικά - patrimonial

προφορά
adj. patrimonial, ancestral, que pertenece a uno en forma directa por su patria padre o antecesores

Αγγλικά → Τουρκικά - patrimonial

προφορά
s. babdan kalma, miras kalmış olan

Αγγλικά → Ουκρανικά - patrimonial

προφορά
a. родовий, спадкоємний

Γαλλικά → Αγγλικά - patrimonial

προφορά
adj. patrimonial, inherited from one's father or ancestors

Πορτογαλικά → Αγγλικά - patrimonial

προφορά
adj. patrimonial, inherited from one's father or ancestors

Ρουμανικά → Αγγλικά - patrimonial

a. patrimonial, real

Ισπανικά → Αγγλικά - patrimonial

προφορά
adj. patrimonial, inherited from one's father or ancestors

Αγγλικά → Ολλανδικά - patrimonial

προφορά
bn. erf-, overgeerfd

Γαλλικά → Ρωσικά - patrimonial

προφορά
a. переходящий по наследству, родовой

Αγγλικά → Αραβικά - patrimonial

προφορά
‏ميراثي، وقفي على الميراث، إرثي، موروث، متعلق بالذمة المالية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - patrimonial

προφορά
(形) 祖传的; 家长式统治的; 世袭的

Αγγλικά → Κινεζικά - patrimonial

προφορά
(形) 祖傳的; 家長式統治的; 世襲的

Αγγλικά → Χίντι - patrimonial

προφορά
a. मौरूसी, पैतृक, आनुवंशिक, वंशगत

Αγγλικά → Ιαπωνικά - patrimonial

προφορά
(形) 世襲の

Αγγλικά → Κορεατικά - patrimonial

προφορά
형. 조상 전래의

Αγγλικά → Βιετναμικά - patrimonial

προφορά
a. thuộc về di sản

Ισπανικά → Κορεατικά - patrimonial

προφορά
adj. 조상 전래의


© dictionarist.com