Αγγλικά → Ελληνικά - patient

προφορά
επίθ. υπομονητικός, υπομονετικός, ασθενής, νοσηλευόμενος, άρρωστος

Αγγλικά → Αγγλικά - patient

προφορά
n. one who receives therapy or treatment (medical, psychiatric, etc.)
adj. tolerant, forbearing, long-suffering
n. patient, one who receives therapy or treatment (medical, psychiatric, etc.)

Αγγλικά → Γαλλικά - patient

προφορά
n. patient, malade
adj. patient, endurant

Αγγλικά → Γερμανικά - patient

προφορά
n. Kranker; Patient
adj. erleidend; geduldig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - patient

προφορά
n. pasien, penderita, sakit: orang sakit
a. sabar, panjang usus, telaten

Αγγλικά → Ιταλικά - patient

προφορά
s. paziente, ammalato
agg. paziente; tollerante, che sopporta; ponderato, calmo; che tollera

Αγγλικά → Πολωνικά - patient

προφορά
n. pacjent
a. cierpliwy, chory

Αγγλικά → Πορτογαλικά - patient

προφορά
s. paciente; doente, enfermo
adj. paciente, que tem paciência; calmo

Αγγλικά → Ρουμανικά - patient

προφορά
n. bolnav, ofticos, pacient, subiect
a. pasibil, răbdător, îngăduitor, perseverent, stăruitor, rezistent

Αγγλικά → Ρωσικά - patient

προφορά
с. больной, пациент
прил. терпеливый, упорный, настойчивый, терпящий, допускающий

Αγγλικά → Ισπανικά - patient

προφορά
s. paciente, enfermo
adj. paciente; pasivo

Αγγλικά → Τουρκικά - patient

προφορά
i. hasta, ayırt edemeyen kimse (hukuk)
s. hoşgörülü, sabırlı, dayanıklı

Αγγλικά → Ουκρανικά - patient

προφορά
n. пацієнт, поранений, хворий
a. терплячий, наполегливий, витривалий, упертий, довготерпеливий

Γαλλικά → Αγγλικά - patient

προφορά
adj. patient, tolerant, forbearing

Γερμανικά → Αγγλικά - patient

προφορά
adj. tolerant, forbearing, long-suffering

Αγγλικά → Ολλανδικά - patient

προφορά
bn. geduldig, lijdzaam, lankmoedig
zn. patient, lijder, zieke

Γαλλικά → Γερμανικά - patient

προφορά
n. insasse, patient
adj. geduldig

Γαλλικά → Ιταλικά - patient

προφορά
1. (conduite) paziente; tollerante; indulgente
2. (médecine - homme) paziente (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - patient

προφορά
1. (conduite) paciente; tolerante
2. (médecine - homme) paciente (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - patient

προφορά
n. пациент (m)
a. терпеливый

Γαλλικά → Ισπανικά - patient

προφορά
1. (conduite) paciente; tolerante; indulgente
2. (médecine - homme) paciente (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - patient

προφορά
[le] [la] sabırlı

Γερμανικά → Γαλλικά - patient

προφορά
n. patient (m), malade (mf)

Γερμανικά → Ιταλικά - patient

προφορά
n. paziente (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - patient

προφορά
n. пациент (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - patient

προφορά
n. paciente (m), enfermo (m), cliente (mf)

Γερμανικά → Τουρκικά - patient

προφορά
i. hasta (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - patient

προφορά
1. (conduite) geduldig; verdraagzaam; toegeeflijk; tolerant
2. (médecine - homme) patiënt (m)

Γερμανικά → Ολλανδικά - patient

προφορά
patient ,patiënt ,lijder

Αγγλικά → Αραβικά - patient

προφορά
‏الصابر، المريض، الزبون‏
‏الصبور، صبور، حليم، طويل الأناة، صامد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - patient

προφορά
(名) 病人
(形) 忍耐的, 有耐性的, 容忍的

Αγγλικά → Κινεζικά - patient

προφορά
(名) 病人
(形) 忍耐的, 有耐性的, 容忍的

Αγγλικά → Χίντι - patient

προφορά
n. रोगी, ज़ख़मी आदमी, घायल आदमी
a. सहनशील, धैर्ययुक्त, धैर्यवान, जल्दी न करनेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - patient

προφορά
(形) 忍耐の, 我慢強い; 根強い
(名) 患者

Αγγλικά → Κορεατικά - patient

προφορά
명. 환자, 치료를 받는 사람 ( 의학적 또는 정신의학적 등으로)
형. 인내심이 강한, 인내심이 있는, 참을성이 있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - patient

προφορά
n. bịnh nhân, người bịnh
a. nhẩn nại, kiên nhẩn

Γερμανικά → Κινεζικά - patient

προφορά
[der] pl.Patienten 病人。病号。病员。患者。接受治疗的人。女 Patientin


dictionary extension
© dictionarist.com