Ιταλικά → Αγγλικά - paterno

προφορά
adj. paternal, fatherly

Πορτογαλικά → Αγγλικά - paterno

προφορά
adj. fatherly, paternal

Ισπανικά → Αγγλικά - paterno

προφορά
[paterno] adj. paternal, fatherly; related through the father

Ιταλικά → Γαλλικά - paterno

προφορά
(generale) paternel

Ιταλικά → Γερμανικά - paterno

προφορά
adj. vater-, väterlich, elterlich

Πορτογαλικά → Γαλλικά - paterno

προφορά
(geral) paternel

Ισπανικά → Γερμανικά - paterno

προφορά
a. väterlich, elterlich

Ισπανικά → Ρωσικά - paterno

προφορά
adj. отцовский

Ισπανικά → Κορεατικά - paterno

προφορά
adj. 아버지의


© dictionarist.com