Αγγλικά → Ελληνικά - pat

προφορά
ρήμ. χτυπώ ελαφρά, κτυπώ ελαφρώς με την παλάμη
επίθ. ανένδοτος, αρμόδιος
επίρ. στην στιγμήν, αρμοδίως, επικαίρως

Αγγλικά → Αγγλικά - pat

προφορά
n. tap, gentle slap
v. tap, slap gently
adj. suitable, appropriate, fitting

Αγγλικά → Γαλλικά - pat

προφορά
n. tape, coup
v. taper, tapoter
adj. approprié; portable

Αγγλικά → Γερμανικά - pat

προφορά
n. Klaps; Patsch; Klümpchen
v. klapsen; patschen; tätscheln
adj. passend, zutreffend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - pat

προφορά
n. tepuk
v. menepuk
a. tepat, sepadan, cocok
adv. tepat pd waktunya

Αγγλικά → Ιταλικά - pat

προφορά
s. colpetto, buffetto; lisciata, spianatura; picchiettio, ticchettio; scalpiccio; pezzetto, tocchetto; panetto
v. dare un buffetto a, dare un colpetto a; spianare con dei colpetti
agg. atto, adatto

Αγγλικά → Πολωνικά - pat

προφορά
n. klepnięcie, głaskanie, osełka masła, plaśnięcie, placek, tupnięcie
v. poklepać, pogłaskać, postukiwać, uderzać lekko
a. szczęśliwy, nadarzający się w samą porę
adv. trafnie, pora: w samą porę, szczęśliwie, poczekanie: na poczekaniu, zamówienie: jak na zamówienie, rękaw: jak z rękawa

Αγγλικά → Πορτογαλικά - pat

προφορά
s. tapinha; ruído de passos
v. dar um tapinha
adj. apropriado, conveniente, oportuno; imutável

Αγγλικά → Ρουμανικά - pat

προφορά
n. bătaie uşoară, bătaie, răpăit, gest de mângâiere, bucată, cocoloş, turtă de ciment
v. bate, răpăi, lovi, mângâia, tapisa, turti
a. potrivit, nimerit, reuşit, izbutit
adv. moment: la momentul oportun, ţanc: la ţanc, prompt, loc: pe loc, imediat

Αγγλικά → Ρωσικά - pat

προφορά
с. хлопанье, шлепанье; шлепок, кусок
г. похлопывать, потрепать, шлепать, поглаживать
прил. подходящий, уместный, своевременный, удачный

Αγγλικά → Ισπανικά - pat

προφορά
s. palmada, golpecillo, palmadita
v. dar golpecitos a, dar palmaditas, palmear
adj. adecuado

Αγγλικά → Τουρκικά - pat

προφορά
f. okşamak, pışpışlamak, sıvazlamak
s. çok uygun, münasip, yerinde, tam zamanında olan, basmakalıp, değişmez
zf. tam zamanında

Αγγλικά → Ουκρανικά - pat

προφορά
n. поплескування, оплеск
v. поплескувати, пригладжувати
a. підхожий, своєчасний
adv. своєчасно, твердо

Γαλλικά → Αγγλικά - pat

προφορά
adj. checkmate, act of putting an opponent's king in an inescapable position (Chess)

Ινδονησιακά → Αγγλικά - pat

n. putt

Πολωνικά → Αγγλικά - pat

n. stalemate

Ρουμανικά → Αγγλικά - pat

n. bed, cot, bedstead, couch, stalemate, layer, pad, pallet, bunk
n. doss

Τουρκικά → Αγγλικά - pat

προφορά
n. tap, gentle slap
v. tap, slap gently
adj. suitable, appropriate, fitting

Ολλανδικά → Αγγλικά - pat

προφορά
n. stalemate, situation in which neither player can move (Chess)

Αγγλικά → Ολλανδικά - pat

προφορά
bn. geschikt, toepasselijk, net van pas, raak, hand : bij de hand, klaar, ad rem
adv. geschikt, toepasselijk, net van pas, raak

Γαλλικά → Γερμανικά - pat

προφορά
n. pattsituation, patt
adj. patt

Γαλλικά → Ιταλικά - pat

προφορά
(jeux - échecs) stallo (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - pat

προφορά
(jeux - échecs) empate (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - pat

προφορά
n. пат (шахм.) (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - pat

προφορά
(jeux - échecs) tablas (fp)

Τουρκικά → Γερμανικά - pat

προφορά
n. Patsch

Τουρκικά → Ρωσικά - pat

προφορά
n. астра (F), пат (M)
adj. плоский, приплюснутый

Ολλανδικά → Γαλλικά - pat

προφορά
(games - schaak) pat (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - pat

προφορά
(jeux - échecs) pat (m/f)

Αγγλικά → Αραβικά - pat

προφορά
‏تربيتة، قالب الزبدة‏
‏ربت، ملس الكلب، ثنى، هنأ، مشى بضربات إيقاعية‏
‏مناسب، مستعد، في الوقت المناسب، جاهزا، حاضرا، فيما يتعلق، عن ظهر قلب، بصورة تامة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - pat

προφορά
(名) 轻拍, 轻打; 小块; 轻拍声
(动) 轻拍, 抚拍; 轻拍; 发出轻的拍打声
(形) 非常恰当的; 过分巧合的, 不自然的; 适时的; 熟练的, 陈腔烂调的, 滚瓜烂熟的

Αγγλικά → Κινεζικά - pat

προφορά
(名) 輕拍, 輕打; 小塊; 輕拍聲
(動) 輕拍, 撫拍; 輕拍; 發出輕的拍打聲
(形) 非常恰當的; 過分巧合的, 不自然的; 適時的; 熟練的, 陳腔爛調的, 滾瓜爛熟的

Αγγλικά → Χίντι - pat

προφορά
n. थपकी देने का कार्य, थपथपाना, ताली, थपड़ी, करताली, मिसाल, उदाहरण, आदर्श
v. थपकी देना, थपथपाना, ठोसना, झापड़ कसना, हाथ फेरना
a. मुनासिब, उचित, अनुकूल, ग्राह्य, सामयिक, समयोचित
adv. निश्‍िचत रूप से, मुनासिब मौक़े पर, युक्तियुक्त, साथ ही, मतलब को

Αγγλικά → Ιαπωνικά - pat

προφορά
(動) 軽くたたく; 軽く打つ
(名) 軽くたたくこと; 軽くたたく音; 小さな塊
(副) ぴったりと; 即座に, 直ぐに

Αγγλικά → Κορεατικά - pat

προφορά
명. 가볍게 두드리기
동. 가볍게 두드리다
형. 안성맞춤의

Αγγλικά → Βιετναμικά - pat

προφορά
n. cái đánh, cái vổ nhẹ, cái vuốt ve, khối bơ, tiếng động nhẹ, người ái nhĩ lan
v. đánh khẻ, vổ nhẹ, vuốt nhẹ, thích đáng
adv. vừa đúng cơ hội, hợp thời


Χρονοι ρηματων

Present participle: patting
Present: pat (3.person: pats)
Past: patted
Future: will pat
Present conditional: would pat
Present Perfect: have patted (3.person: has patted)
Past Perfect: had patted
Future Perfect: will have patted
Past conditional: would have patted
© dictionarist.com