Ιταλικά → Αγγλικά - passivo

προφορά
adj. passive, deficit

Πορτογαλικά → Αγγλικά - passivo

προφορά
adj. liabilities, financial obligations entered in a balance sheet (Finance)

Ιταλικά → Γαλλικά - passivo

προφορά
1. (generale) passif
2. (contabilità) passif (m); engagements (mp); dettes (fp)

Ιταλικά → Γερμανικά - passivo

προφορά
n. passivseite, leideform, verlust, passiv, passiva
adj. passiv, duldend, leidend, verlustbringend, passivisch

Πορτογαλικά → Γαλλικά - passivo

προφορά
(geral) passif


dictionary extension
© dictionarist.com