Ισπανικά → Αγγλικά - pasivo

προφορά
adj. passive, unresisting

Ισπανικά → Γαλλικά - pasivo

προφορά
1. (general) passif
2. (contabilidad) débit (m); passif (m); engagements (mp); dettes (fp)

Ισπανικά → Γερμανικά - pasivo

προφορά
n. passiva, passiv, verbindlichkeiten
a. passiv, passivisch, untätig, unbeteiligt, teilnahmslos

Ισπανικά → Ρωσικά - pasivo

προφορά
adj. пассивный

Ισπανικά → Κορεατικά - pasivo

προφορά
adj. 수동성의


dictionary extension
© dictionarist.com