Αγγλικά → Ελληνικά - partnership

προφορά
ουσ. συντροφιά, ομόρρυθμη εταιρεία, συνεταιρισμός

Αγγλικά → Αγγλικά - partnership

προφορά
n. association, collaboration, participation
n. partnership, association, collaboration

Αγγλικά → Γαλλικά - partnership

προφορά
n. association

Αγγλικά → Γερμανικά - partnership

προφορά
n. Partnerschaft

Αγγλικά → Ινδονησιακά - partnership

προφορά
n. persekutuan, kongsi, perkongsian, perseroan, perekanan

Αγγλικά → Ιταλικά - partnership

προφορά
s. associazione; (Dir, Econ) società; contratto d'associazione

Αγγλικά → Πολωνικά - partnership

προφορά
n. współudział, współpraca, spółka

Αγγλικά → Πορτογαλικά - partnership

προφορά
s. sociedade

Αγγλικά → Ρουμανικά - partnership

προφορά
n. calitatea de partener, participare, tovărăşie, companie, asociere, interes: interese comune

Αγγλικά → Ρωσικά - partnership

προφορά
с. участие, товарищество, компания, сотрудничество, компаньоны

Αγγλικά → Ισπανικά - partnership

προφορά
s. asociación, aparcería, coalición, cooperativa, sociedad, sociedad de capitales, sociedad de personas

Αγγλικά → Τουρκικά - partnership

προφορά
i. ortaklık, hissedarlık

Αγγλικά → Ουκρανικά - partnership

προφορά
n. товариство, участь

Ιταλικά → Αγγλικά - partnership

προφορά
n. partnership, association, collaboration

Αγγλικά → Ολλανδικά - partnership

προφορά
zn. vennootschap, deelvennootschap

Αγγλικά → Αραβικά - partnership

προφορά
‏مشاركة، شراكة، إشتراك‏

Αγγλικά → Κινεζικά - partnership

προφορά
(名) 合伙, 合股

Αγγλικά → Κινεζικά - partnership

προφορά
(名) 合夥, 合股

Αγγλικά → Χίντι - partnership

προφορά
n. सहकारिता, साझा, समिति, सिम्मलित धंधा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - partnership

προφορά
(名) 共同; 共同経営

Αγγλικά → Κορεατικά - partnership

προφορά
명. 공동, 조합, 함께함

Αγγλικά → Βιετναμικά - partnership

προφορά
n. hội, công ty


dictionary extension
© dictionarist.com