Αγγλικά → Ελληνικά - participation

προφορά
ουσ. συμμετοχή

Αγγλικά → Αγγλικά - participation

προφορά
n. involvement, partaking, taking part, joining in
n. participation, involvement, sharing; contribution, appearance; part

Αγγλικά → Γαλλικά - participation

προφορά
n. participation

Αγγλικά → Γερμανικά - participation

προφορά
n. Beteiligung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - participation

προφορά
n. pengambilan bagian, pengikutsertaan, partisipasi, keikutan, penyertaan, kesertaan

Αγγλικά → Ιταλικά - participation

προφορά
s. partecipazione, il prendere parte; compartecipazione

Αγγλικά → Πολωνικά - participation

προφορά
n. udział, uczestniczenie, uczestnictwo, współuczestnictwo, współuczestniczenie, współudział, wspólnictwo, partycypacja, przystąpienie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - participation

προφορά
s. participação

Αγγλικά → Ρουμανικά - participation

προφορά
n. participare

Αγγλικά → Ρωσικά - participation

προφορά
с. участие, соучастие

Αγγλικά → Ισπανικά - participation

προφορά
s. participación, acudimiento, asistencia, comparición

Αγγλικά → Τουρκικά - participation

προφορά
i. katılım, iştirak, katılma, ortaklık

Αγγλικά → Ουκρανικά - participation

προφορά
n. участь, співучасть

Γαλλικά → Αγγλικά - participation

προφορά
(f) n. participation, involvement, sharing; contribution, appearance; part

Αγγλικά → Ολλανδικά - participation

προφορά
zn. aandeel, deelneming, deelname, inspraak

Γαλλικά → Γερμανικά - participation

προφορά
n. teilnahme, beteiligung, mitarbeit, mitwirkung, anteilnahme, umlage, beschickung, mitbestimmung, partizipation, mitwirken

Γαλλικά → Ιταλικά - participation

προφορά
1. (général) partecipazione (f); interesse (m); partecipazione (f)
2. (concours) partecipante (m/f) {invariable}
3. (présence) presenza (f); frequenza (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - participation

προφορά
1. (général) participação (f); participação (f); ação (f)
2. (concours) inscrição (f)
3. (présence) comparecimento (m); presença (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - participation

προφορά
n. участие (f), соучастие (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - participation

προφορά
1. (général) participación (f); interés (m); acción (f)
2. (concours) formulario de inscripción
3. (présence) asistencia (f); presencia (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - participation

προφορά
[la] katılma, katılış; ortaklık

Γαλλικά → Ολλανδικά - participation

προφορά
1. (général) participatie (f); deelname (m/f); aandeel (n); belang (n)
2. (concours) inzending (f)
3. (présence) aanwezigheid (f); tegenwoordigheid (f)

Αγγλικά → Αραβικά - participation

προφορά
‏إشتراك، مشاركة، مقاسمة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - participation

προφορά
(名) 分享, 参与

Αγγλικά → Κινεζικά - participation

προφορά
(名) 分享, 參與

Αγγλικά → Χίντι - participation

προφορά
n. हिस्सा लेना, भाग लेना, हिस्सेदारी, सह-भागिता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - participation

προφορά
(名) 参加; 関与; 共用

Αγγλικά → Κορεατικά - participation

προφορά
명. 참여, 참가

Αγγλικά → Βιετναμικά - participation

προφορά
n. sự tham gia


dictionary extension
© dictionarist.com