Αγγλικά → Ελληνικά - paroxysm

προφορά
ουσ. παροξυσμός

Αγγλικά → Αγγλικά - paroxysm

προφορά
n. spasm, convulsion; sudden attack

Αγγλικά → Γαλλικά - paroxysm

προφορά
n. paroxysme; accès; crise

Αγγλικά → Γερμανικά - paroxysm

προφορά
n. Krampf (Anfall); Lachanfall

Αγγλικά → Ινδονησιακά - paroxysm

προφορά
n. serangan hebat, serangan tiba-tiba, luapan mendadak

Αγγλικά → Ιταλικά - paroxysm

προφορά
s. parossismo

Αγγλικά → Πολωνικά - paroxysm

προφορά
n. paroksyzm, napad, atak

Αγγλικά → Πορτογαλικά - paroxysm

προφορά
s. paroxismo, agonia; ataque repentino

Αγγλικά → Ρουμανικά - paroxysm

προφορά
n. paroxism, atac, culme {med.}, izbucnire

Αγγλικά → Ρωσικά - paroxysm

προφορά
с. приступ, припадок, пароксизм

Αγγλικά → Ισπανικά - paroxysm

προφορά
s. paroxismo, ataque; crisis

Αγγλικά → Τουρκικά - paroxysm

προφορά
i. paroksizm, nöbet, kriz

Αγγλικά → Ουκρανικά - paroxysm

προφορά
n. пароксизм, напад

Αγγλικά → Ολλανδικά - paroxysm

προφορά
zn. hevig : hevige aanval

Αγγλικά → Αραβικά - paroxysm

προφορά
‏نوبة مفاجئة، البرحاء إشتداد مفاجئ في أعراض المرض، ذروة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - paroxysm

προφορά
(名) 发作, 突发

Αγγλικά → Κινεζικά - paroxysm

προφορά
(名) 發作, 突發

Αγγλικά → Χίντι - paroxysm

προφορά
n. झोंक, आवेग, आक्रमण, हमला, मरोड़, ऐंठन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - paroxysm

προφορά
(名) 発作; 激発

Αγγλικά → Κορεατικά - paroxysm

προφορά
명. 발작, 주기적인 발작

Αγγλικά → Βιετναμικά - paroxysm

προφορά
n. thời kỳ bộc phát của bịnh, cực điểm


© dictionarist.com