Αγγλικά → Ελληνικά - parch

προφορά
ρήμ. καίω την επιφάνειαν, καψαλίζω, ξηραίνω, ξηραίνομαι, τσουρουφλίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - parch

προφορά
v. dry, remove moisture; toast, roast, cook slightly over dry heat

Αγγλικά → Γαλλικά - parch

προφορά
v. sécher; griller

Αγγλικά → Γερμανικά - parch

προφορά
v. rösten; ausdörren; austrocknen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - parch

προφορά
v. membakar, memanggang, mengeringkan

Αγγλικά → Ιταλικά - parch

προφορά
v. seccare, riardere, inaridire, bruciare; far ardere dalla sete; essiccare, disseccare

Αγγλικά → Πολωνικά - parch

προφορά
v. spiec, przypiekać, prażyć, wysuszyć, przesuszać, palić, schnąć, spiekać, wysuszać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - parch

προφορά
v. secar; ressecar

Αγγλικά → Ρουμανικά - parch

προφορά
v. prăji uşor, coace, rumeni, pârjoli, arde, usca, înfierbânta, însetoşa, usca gâtul, îngheţa, coace: se coace, muri de căldură, usca: se usca, scoroji: se scoroji

Αγγλικά → Ρωσικά - parch

προφορά
г. слегка подсушивать, высушивать; сушить, иссушать, жечь

Αγγλικά → Ισπανικά - parch

προφορά
v. abrasar, asurar, torrar

Αγγλικά → Τουρκικά - parch

προφορά
f. kavurmak, kurutmak, kavrulmak, kurumak

Αγγλικά → Ουκρανικά - parch

προφορά
v. підсмажувати: злегка підсмажувати, висушувати, смагнути, випалити, запікати, підрум'янювати

Πολωνικά → Αγγλικά - parch

n. scab, mange

Αγγλικά → Ολλανδικά - parch

προφορά
ww. opdrogen, versmachten, verdorren, roosteren

Αγγλικά → Αραβικά - parch

προφορά
‏حمص، جفف، مات من العطش، ظمأ، أحرق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - parch

προφορά
(动) 烘, 烤; 使燥热; 使干透; 使干渴; 烤干, 焦干

Αγγλικά → Κινεζικά - parch

προφορά
(動) 烘, 烤; 使燥熱; 使幹透; 使乾渴; 烤幹, 焦幹

Αγγλικά → Χίντι - parch

προφορά
v. भूनना, सेंकना, भुनना, झुलसाना, सूखना, पपड़ियाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - parch

προφορά
(動) 煎る; 乾燥する; 乾かす; 干上がる; 焼ける

Αγγλικά → Κορεατικά - parch

προφορά
동. 볶다, 바짝 말리다; 굽다, 건조열에 요리하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - parch

προφορά
v. phơi, làm cho khô, hơ cho khô, khô, ráo, cạn


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: parching
Present: parch (3.person: parches)
Past: parched
Future: will parch
Present conditional: would parch
Present Perfect: have parched (3.person: has parched)
Past Perfect: had parched
Future Perfect: will have parched
Past conditional: would have parched
© dictionarist.com