Αγγλικά → Ελληνικά - pang

προφορά
ουσ. οξύς, πόνος, σουβλιά πόνου, οδύνη

Αγγλικά → Αγγλικά - pang

προφορά
n. sharp pain, sudden painful sensation; suffering, agony

Αγγλικά → Γαλλικά - pang

προφορά
n. douleur aigüe; tourments; agonie; souffrance

Αγγλικά → Γερμανικά - pang

προφορά
n. Stich, Stechen (Schmerz)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - pang

προφορά
n. rasa sakit yg tiba-tiba datangnya, kepedihan yg tiba-tiba datangnya, rasa yg tiba-tiba datangnya

Αγγλικά → Ιταλικά - pang

προφορά
s. morso, fitta, dolore acuto, spasimo; sofferenza

Αγγλικά → Πολωνικά - pang

προφορά
n. ból: ostry ból, męka {przen.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - pang

προφορά
s. uma dor forte; sofrimento

Αγγλικά → Ρουμανικά - pang

προφορά
n. durere bruscă, junghi, împunsătură, spasm, suferinţă năprasnică, chin, remuşcări, mustrări de conştiinţă

Αγγλικά → Ρωσικά - pang

προφορά
с. острая боль, угрызения совести

Αγγλικά → Ισπανικά - pang

προφορά
s. punzada, achaque, dolencia, dolor agudo; angustia, ansia, congoja; remordimiento

Αγγλικά → Τουρκικά - pang

προφορά
i. sancı, sızı, acı

Αγγλικά → Ουκρανικά - pang

προφορά
n. біль: приступ гострого болю

Αγγλικά → Ολλανδικά - pang

προφορά
zn. intense pijn; marteling

Αγγλικά → Αραβικά - pang

προφορά
‏ألم مفاجئ، أنقباض، عضة، وخز، مقص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - pang

προφορά
(名) 剧痛, 苦闷, 悲痛

Αγγλικά → Κινεζικά - pang

προφορά
(名) 劇痛, 苦悶, 悲痛

Αγγλικά → Χίντι - pang

προφορά
n. वेदना, व्यथा, संताप, पीड़ा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - pang

προφορά
(名) 激痛; 苦痛

Αγγλικά → Κορεατικά - pang

προφορά
명. 찢어지는 고통, 갑작스런 고통; 괴로움

Αγγλικά → Βιετναμικά - pang

προφορά
n. sự đau đớn, sự buồn rầu


Χρονοι ρηματων

Present participle: panging
Present: pang (3.person: pangs)
Past: panged
Future: will pang
Present conditional: would pang
Present Perfect: have panged (3.person: has panged)
Past Perfect: had panged
Future Perfect: will have panged
Past conditional: would have panged
© dictionarist.com