Αγγλικά → Ελληνικά - palmar

προφορά
που ανήκει ή αναφέρεται στην παλάμη, παλαμιαίος

Αγγλικά → Αγγλικά - palmar

προφορά
adj. pertaining to the palm of the hand
n. palm grove
v. pop off

Αγγλικά → Γαλλικά - palmar

προφορά
adj. de la paume de la main

Αγγλικά → Γερμανικά - palmar

προφορά
adj. der Handfläche

Αγγλικά → Ινδονησιακά - palmar

προφορά
a. telapak tangan: mengenai telapak tangan, telapakan tangan: mengenai telapakan tangan

Αγγλικά → Ιταλικά - palmar

προφορά
agg. (Anat) palmare

Αγγλικά → Πολωνικά - palmar

προφορά
a. dłoniowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - palmar

προφορά
adj. palmar, referente à palma da mão

Αγγλικά → Ρωσικά - palmar

προφορά
прил. ладонный, пальмарный

Αγγλικά → Ισπανικά - palmar

προφορά
adj. De la palma de la mano

Αγγλικά → Τουρκικά - palmar

προφορά
palmar

Αγγλικά → Ουκρανικά - palmar

προφορά
a. долонний

Πορτογαλικά → Αγγλικά - palmar

προφορά
adj. palmar, pertaining to the palm of the hand

Ισπανικά → Αγγλικά - palmar

προφορά
adj. palmar, pertaining to the palm of the hand

Τουρκικά → Αγγλικά - palmar

adj. pertaining to the palm of the hand
n. palm grove
v. pop off

Ισπανικά → Γερμανικά - palmar

προφορά
n. palmaris, palmenhain
v. abkratzen, sterben

Ισπανικά → Ρωσικά - palmar

προφορά
n. роща: пальмовая роща

Αγγλικά → Αραβικά - palmar

προφορά
‏راحي ذو علاقة براحة اليد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - palmar

προφορά
(形) 手掌的; 掌中的

Αγγλικά → Κινεζικά - palmar

προφορά
(形) 手掌的; 掌中的

Αγγλικά → Χίντι - palmar

προφορά
a. हथेली का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - palmar

προφορά
(形) 手掌の; 掌側の

Αγγλικά → Κορεατικά - palmar

προφορά
형. 손바닥의

Αγγλικά → Βιετναμικά - palmar

προφορά
a. thuộc về lòng bàn tay

Ισπανικά → Κορεατικά - palmar

προφορά
n. 종려의 숲


© dictionarist.com