Αγγλικά → Ελληνικά - palisade

προφορά
ουσ. φράκτης εκ πασσάλων, οχύρωμα εκ πασσάλων
ρήμ. φράσσω με παλούκια

Αγγλικά → Αγγλικά - palisade

προφορά
n. fence made from stakes, protective fence made from poles that are inserted into the ground; line of cliffs, row of bluffs
v. fence in, surround with a fence; fortify with fences, protect with walls
n. palisade, fence made from stakes; protective fence made from poles that are inserted into the ground; stockade, wall, enclosure, defense barrier

Αγγλικά → Γαλλικά - palisade

προφορά
n. palissade, opération qui consiste à palisser un arbre ou un arbuste
v. palisser, étendre et lier les branches d'un arbre comme un support, espalier; enclore; fortifier à l'aide d'une clôture; protéger par des barrières

Αγγλικά → Γερμανικά - palisade

προφορά
v. Palisade

Αγγλικά → Ινδονησιακά - palisade

προφορά
n. pagar kayu runcing, embarau

Αγγλικά → Ιταλικά - palisade

προφορά
s. palizzata, staccionata, steccato
v. recintare con una palizzata

Αγγλικά → Πολωνικά - palisade

προφορά
n. palisada, częstokół, ostrokół, estakada
v. opalisadować, palisadować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - palisade

προφορά
s. grade, cerca; barreira, fortificação
v. engradar, cercar; fortificar com cercas

Αγγλικά → Ρουμανικά - palisade

προφορά
n. palisadă, gard

Αγγλικά → Ρωσικά - palisade

προφορά
с. палисад, забор, частокол
г. обносить частоколом

Αγγλικά → Ισπανικά - palisade

προφορά
s. empalizada, estacada, palenque, tranquera
v. empalizar

Αγγλικά → Τουρκικά - palisade

προφορά
f. çit ile çevirmek
i. çit, parmaklık, kazıklı çit, siper kazığı

Αγγλικά → Ουκρανικά - palisade

προφορά
n. палісад, паркан, скеля: гостра скеля, вір, окіл, частокіл
v. обгороджувати парканом, оточувати

Γερμανικά → Αγγλικά - palisade

προφορά
v. fence in, surround with a fence; fortify with fences, protect with walls

Αγγλικά → Ολλανδικά - palisade

προφορά
zn. palissade, paalwerk, staketsel, schutting, schanspaal
ww. ompalen, palissaderen, pal : met pallen omgeven, afzetten

Γερμανικά → Γαλλικά - palisade

προφορά
n. palissade (f), palis (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - palisade

προφορά
n. palizzata (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - palisade

προφορά
n. палисад (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - palisade

προφορά
n. empalizada (f), palizada (f), valla (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - palisade

προφορά
i. şarampol (f)

Αγγλικά → Αραβικά - palisade

προφορά
‏سياج الأوتاد، أجراف شاهقة شديدة التحدر، جرف، شاطئ سخري‏
‏حصن بحسائك‏
‏مطوق بسياج‏

Αγγλικά → Κινεζικά - palisade

προφορά
(名) 木栅
(动) 用栅栏围护

Αγγλικά → Κινεζικά - palisade

προφορά
(名) 木柵
(動) 用柵欄圍護

Αγγλικά → Χίντι - palisade

προφορά
n. खम्मों की पंक्ति, कटघरा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - palisade

προφορά
(動) 柵を巡らす
(名) 柵; 断崖

Αγγλικά → Κορεατικά - palisade

προφορά
명. 울짱, 벼랑
동. 말뚝을 둘러 치다

Αγγλικά → Βιετναμικά - palisade

προφορά
n. hàng rào bằng cọc, hàng rào bằng lưới sắt
v. rào lại, ngăn lại bằng hàng rào

Γερμανικά → Κινεζικά - palisade

προφορά
[die] pl.Palisaden 木栅栏。围篱。围墙。


Χρονοι ρηματων

Present participle: palisading
Present: palisade (3.person: palisades)
Past: palisaded
Future: will palisade
Present conditional: would palisade
Present Perfect: have palisaded (3.person: has palisaded)
Past Perfect: had palisaded
Future Perfect: will have palisaded
Past conditional: would have palisaded
© dictionarist.com