Πορτογαλικά → Αγγλικά - paciente

προφορά
n. patient, one who receives therapy or treatment (medical, psychiatric, etc.)

Ισπανικά → Αγγλικά - paciente

προφορά
adj. patient, tolerant

Ισπανικά → Γερμανικά - paciente

προφορά
n. patient, kranke
a. geduldig, langmütig, ausdauernd, unverdrossen

Ισπανικά → Ρωσικά - paciente

προφορά
n. пациент,
adj. терпеливый

Ισπανικά → Κορεατικά - paciente

προφορά
n. 환자
adj. 끈기 있는


dictionary extension
© dictionarist.com