Ισπανικά → Αγγλικά - paciencia

προφορά
[paciencia (f)] n. forbearance, tolerance, patience

Ισπανικά → Γαλλικά - paciencia

προφορά
1. (general) patience (f)
2. (comportamiento) patience (f); longanimité (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - paciencia

προφορά
n. geduld, langmut, ausdauer

Ισπανικά → Ρωσικά - paciencia

προφορά
n. терпение

Ισπανικά → Κορεατικά - paciencia

προφορά
n. 참을성


dictionary extension
© dictionarist.com