Γαλλικά → Αγγλικά - péristyle

προφορά
(m) n. peristyle, row of columns forming and enclosure or supporting a roof; series of columns surrounding a temple

Γαλλικά → Ιταλικά - péristyle

προφορά
(architecture) peristilio (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - péristyle

προφορά
(architecture) peristilo (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - péristyle

προφορά
n. перистиль (архит.) (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - péristyle

προφορά
(architecture) peristilo (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - péristyle

προφορά
(architecture) zuilengalerij (f); peristyle (n); peristiel (n)


dictionary extension
© dictionarist.com