Αγγλικά → Ελληνικά - overbearing

προφορά
επίθ. αγέρωχος, καταθλιπτικός, αυταρχικός

Αγγλικά → Αγγλικά - overbearing

προφορά
adj. pushy, bossy, domineering; arrogant

Αγγλικά → Γαλλικά - overbearing

προφορά
adj. despotique; arrogant

Αγγλικά → Γερμανικά - overbearing

προφορά
[overbear] v. besiegen; überwinden; überwältigen
adj. herrisch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - overbearing

προφορά
a. sombong, menguasai: yg suka menguasai, memaksa: yg suka memaksa

Αγγλικά → Ιταλικά - overbearing

προφορά
agg. autoritario, imperioso, prepotente, dispotico

Αγγλικά → Πολωνικά - overbearing

προφορά
a. hardy, wyniosły, pyszny, butny, rozkazujący, apodyktyczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - overbearing

προφορά
adj. dominador; autoritário

Αγγλικά → Ρουμανικά - overbearing

προφορά
a. poruncitor, aer: cu aer de stăpân, arogant

Αγγλικά → Ρωσικά - overbearing

προφορά
прил. властный, повелительный, начальственный

Αγγλικά → Ισπανικά - overbearing

προφορά
adj. arrogante; dominante, autoritario, dictador, opresivo, ultrajoso

Αγγλικά → Τουρκικά - overbearing

προφορά
s. zorba, baskıcı, küstah

Αγγλικά → Ουκρανικά - overbearing

προφορά
a. владний, зухвалий, зарозумілий

Αγγλικά → Ολλανδικά - overbearing

προφορά
bn. dominerend; arrogant

Αγγλικά → Αραβικά - overbearing

προφορά
‏معجب بنفسه‏
‏متغطرس، متصلف، متعجرف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - overbearing

προφορά
(形) 傲慢的; 专横的; 逞威风的; 压倒性的

Αγγλικά → Κινεζικά - overbearing

προφορά
(形) 傲慢的; 專橫的; 逞威風的; 壓倒性的

Αγγλικά → Χίντι - overbearing

προφορά
a. रोबदार

Αγγλικά → Ιαπωνικά - overbearing

προφορά
(形) 横柄な
(動) 威圧する; より多く帆を張る; 押え込む; 子を産みすぎる; 実がなりすぎる

Αγγλικά → Κορεατικά - overbearing

προφορά
형. 뽐내는; 지배적인, 압도적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - overbearing

προφορά
a. hách dịch, làm oai


dictionary extension
© dictionarist.com