Αγγλικά → Ελληνικά - outrageous

προφορά
επίθ. αποτρόπαιος, αισχρός, προκλητικός

Αγγλικά → Αγγλικά - outrageous

προφορά
adj. shocking; scandalous; atrocious; disgraceful; offensive; ridiculous or eccentric (about clothing, person, etc.)

Αγγλικά → Γαλλικά - outrageous

προφορά
adj. outrageux, scandaleux; cruel; honteux; (habit) ridicule (argot)

Αγγλικά → Γερμανικά - outrageous

προφορά
adj. entsetzlich; frevelhaft; grausam; beschämend; verletzend; geschmacklos (gekleidet) (Slang); grausig (Mensch, Kleidung) (Slang)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - outrageous

προφορά
a. hati: yg menyakitkan hati, memalukan, kasar, senonoh: tdk senonoh, kotor, patut: tdk patut, menghina

Αγγλικά → Ιταλικά - outrageous

προφορά
agg. atroce, feroce, scellerato; oltraggioso, offensivo, ingiurioso; scandaloso; violento, furioso; esagerato, esorbitante, eccessivo

Αγγλικά → Πολωνικά - outrageous

προφορά
a. skandaliczny, oburzający, śmiertelny, wygórowany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - outrageous

προφορά
adj. escandaloso, estremecedor, exorbitante; horrendo; cruel; vergonhoso; que fere, ofensivo, ultrajante; mal vestido (em gíria); traje horroroso (em gíria)

Αγγλικά → Ρουμανικά - outrageous

προφορά
a. criminal, atroce, neleguit, imoral, ruşinos, neruşinat, ocară: de ocară, speculă: de speculă, excesiv, insuportabil, cumplit

Αγγλικά → Ρωσικά - outrageous

προφορά
прил. возмутительный, оскорбительный, вопиющий, скандальный, неистовый, жестокий

Αγγλικά → Ισπανικά - outrageous

προφορά
adj. escandaloso; ultrajante, atroz, desaguisado, indignante, infamante, ultrajoso, vergonzoso

Αγγλικά → Τουρκικά - outrageous

προφορά
s. aşırı kötü, çok çirkin, rezil, aşırı, acımasız, zalim

Αγγλικά → Ουκρανικά - outrageous

προφορά
a. шалений, несамовитий, жорстокий, надмірний, обурливий, образливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - outrageous

προφορά
bn. beledigend, krenkend, ergerlijk, afschuwelijk, gewelddadig, schandelijk, verschrikkelijk, uitbundig, bovenmate, extravagant, buitensporig

Αγγλικά → Αραβικά - outrageous

προφορά
‏مخز، فظيع، شنيع، عنيف، تجاوز الحدود، شائن، فاضح، صعب، هذا مستحيل، صارخ، مهين‏

Αγγλικά → Κινεζικά - outrageous

προφορά
(形) 暴虐的, 可恶的, 极无礼的

Αγγλικά → Κινεζικά - outrageous

προφορά
(形) 暴虐的, 可惡的, 極無禮的

Αγγλικά → Χίντι - outrageous

προφορά
a. क्रूर, बेरहम, अपमानजनक, परुष

Αγγλικά → Ιαπωνικά - outrageous

προφορά
(形) とんでもない; ふらちな; 酷い; 衝撃の; 愕然とする; 突拍子もない; 見事な

Αγγλικά → Κορεατικά - outrageous

προφορά
형. 충격적인; 도리에 어긋난; 발칙한; 극악한; 터무니 없는, 도가 지나친 ( 옷 또는 사람 등)

Αγγλικά → Βιετναμικά - outrageous

προφορά
a. thái quá, lăng nhục, tàn nhẩn


dictionary extension
© dictionarist.com