Αγγλικά → Αγγλικά - out of the ordinary

different, unusual

Αγγλικά → Γαλλικά - out of the ordinary

extra-ordinaire, inhabituel, peu fréquent

Αγγλικά → Γερμανικά - out of the ordinary

ungewöhnlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - out of the ordinary

a. luar biasa, aneh

Αγγλικά → Ιταλικά - out of the ordinary

fuori dell'ordinario, straordinario, eccezionale

Αγγλικά → Πολωνικά - out of the ordinary

a. niezwykły

Αγγλικά → Πορτογαλικά - out of the ordinary

fora do normal, fora do comum, extraordinário

Αγγλικά → Ρωσικά - out of the ordinary

исключительный, необычный

Αγγλικά → Ισπανικά - out of the ordinary

fuera de lo ordinario

Αγγλικά → Τουρκικά - out of the ordinary

olağandışı, olağanüstü

Αγγλικά → Ολλανδικά - out of the ordinary

bn. buitengewoon

Αγγλικά → Αραβικά - out of the ordinary

‏نادر، إستثنائي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - out of the ordinary

与众不同; 不寻常的; 特殊的

Αγγλικά → Κινεζικά - out of the ordinary

與眾不同; 不尋常的; 特殊的

Αγγλικά → Χίντι - out of the ordinary

a. ग़ैरमामूली, असामान्य, अनभ्यस्त

Αγγλικά → Ιαπωνικά - out of the ordinary

並はずれた

Αγγλικά → Κορεατικά - out of the ordinary

보통 아닌


dictionary extension
© dictionarist.com