Αγγλικά → Ελληνικά - oscillate

προφορά
ρήμ. ταλαντεύω, ψυμαίνομαι, ταλαντεύομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - oscillate

προφορά
v. vary regularly between two positions; vacillate between two opinions; fluctuate between high and low values; swing predictably between two extremes
v. oscillate, fluctuate, sway, swing, rock, balance, seesaw, dither, waver, flicker, vacillate, wobble, wabble, jiggle, range

Αγγλικά → Γαλλικά - oscillate

προφορά
v. osciller,se basculer; secouer, hésiter; balancer entre deux possibilités

Αγγλικά → Γερμανικά - oscillate

προφορά
v. schwingen; wiegen; pendeln; zögern; hin und her schwanken

Αγγλικά → Ινδονησιακά - oscillate

προφορά
v. berpaling, berkisar, terombang-ambing

Αγγλικά → Ιταλικά - oscillate

προφορά
v. oscillare; tentennare, esitare

Αγγλικά → Πολωνικά - oscillate

προφορά
v. drgać, oscylować, balansować, chodzić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - oscillate

προφορά
v. oscilar; balançar; vibrar; balançar-se; flutuar; vacilar; hesitar; tremer; movimentar-se; abalar

Αγγλικά → Ρουμανικά - oscillate

προφορά
v. oscila, vibra

Αγγλικά → Ρωσικά - oscillate

προφορά
г. колебаться, качать, вибрировать

Αγγλικά → Ισπανικά - oscillate

προφορά
v. oscilar, balancearse, fluctuar, reciprocar, vibrar

Αγγλικά → Τουρκικά - oscillate

προφορά
f. sarkaç gibi sallanmak, salınmak, sallanmak, bocalamak, tereddüd etmek, sallandırmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - oscillate

προφορά
v. гойдатися, вагатися, вібрувати, хитатися, коливатися, рухатися туди й назад

Αγγλικά → Ολλανδικά - oscillate

προφορά
ww. slingeren, schommelen, oscilleren, aarzelen

Αγγλικά → Αραβικά - oscillate

προφορά
‏تذبذب، ذبذبة، ترجح، تقلب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - oscillate

προφορά
(动) 摆动; 振荡; 游移不定

Αγγλικά → Κινεζικά - oscillate

προφορά
(動) 擺動; 振蕩; 遊移不定

Αγγλικά → Χίντι - oscillate

προφορά
v. हिलाना, थरथराना, कांपना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - oscillate

προφορά
(動) 揺れ動く; 振動する; ぐらつく

Αγγλικά → Κορεατικά - oscillate

προφορά
동. 진동하다; 망설이다; 흔들리다, 동요하다; 갈팡질팡하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - oscillate

προφορά
v. do dự, lưỡng lự, dao động, lúc lắc


Χρονοι ρηματων

Present participle: oscillating
Present: oscillate (3.person: oscillates)
Past: oscillated
Future: will oscillate
Present conditional: would oscillate
Present Perfect: have oscillated (3.person: has oscillated)
Past Perfect: had oscillated
Future Perfect: will have oscillated
Past conditional: would have oscillated
© dictionarist.com