Ιταλικά → Αγγλικά - oriundo

προφορά
adj. of foreign extraction, of foreign origin

Πορτογαλικά → Αγγλικά - oriundo

προφορά
adj. arising from, native of

Ισπανικά → Αγγλικά - oriundo

προφορά
adj. native, of or pertaining to one's place of birth

Ισπανικά → Γερμανικά - oriundo

προφορά
a. stammend, gebürtig

Ισπανικά → Ρωσικά - oriundo

προφορά
adj. происходящий

Ισπανικά → Κορεατικά - oriundo

προφορά
adj. 행해진


© dictionarist.com