Αγγλικά → Ελληνικά - organic

προφορά
επίθ. οργανικός, ενόργανος

Αγγλικά → Αγγλικά - organic

προφορά
adj. characteristic of or pertaining to living organisms; of or pertaining to the organs of an animal or plant; fundamental; inherent; developing naturally, produced without the use of chemicals

Αγγλικά → Γαλλικά - organic

προφορά
adj. organique; fondamental, essentiel

Αγγλικά → Γερμανικά - organic

προφορά
adj. organisch; organisch (Organe); biologisch; körperlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - organic

προφορά
a. teratur, seimbang

Αγγλικά → Ιταλικά - organic

προφορά
agg. (Biol, Chim, Med) organico, che fa parte di un organismo vivente; ben ordinato, coordinato; fondamentale, essenziale

Αγγλικά → Πολωνικά - organic

προφορά
a. organiczny, narządowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - organic

προφορά
adj. orgânico; pertencente a seres vivos; relativo aos órgãos; necessário, indispensável

Αγγλικά → Ρουμανικά - organic

προφορά
a. organic

Αγγλικά → Ρωσικά - organic

προφορά
прил. органический; основной, натуральный, выращенный без химических удобрений, биогенный

Αγγλικά → Ισπανικά - organic

προφορά
adj. orgánico

Αγγλικά → Τουρκικά - organic

προφορά
s. organik, yapısal, bedensel, organlara ait, örgütsel

Αγγλικά → Ουκρανικά - organic

προφορά
a. органічний, організований, систематизований, скоординований, погоджений, взаємозалежний, природжений, основний, табельний, штатний

Ρουμανικά → Αγγλικά - organic

a. constitutional, structural, organic, particular, fundamental
adv. organically

Αγγλικά → Ολλανδικά - organic

προφορά
bn. organisch, bewerktuigd, organiek, fundamenteel, structureel, georganiseerd

Αγγλικά → Αραβικά - organic

προφορά
‏عضوي، دستوري، أساسي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - organic

προφορά
(形) 器官的, 组织的, 有机的

Αγγλικά → Κινεζικά - organic

προφορά
(形) 器官的, 組織的, 有機的

Αγγλικά → Χίντι - organic

προφορά
a. आगैर्निक, सेंदिय, संगठित

Αγγλικά → Ιαπωνικά - organic

προφορά
(形) 有機体の; 有機物を用いた; 有機の; 器官の; 臓器の

Αγγλικά → Κορεατικά - organic

προφορά
형. 유기체의, 유기물의; 동물이나 식물 기관의; 기본적인; 본질적인; 자연적으로 발생하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - organic

προφορά
a. thuộc về khí quan, có tổ chức


dictionary extension
© dictionarist.com