Ιταλικά → Αγγλικά - oppositore

προφορά
adj. anti, counteragent, opposing, resisting, hindering, contrasting

Ιταλικά → Γαλλικά - oppositore

προφορά
(uomo) adversaire (m); opposant (m)

Ιταλικά → Γερμανικά - oppositore

προφορά
n. gegner, opponent, widersacher


© dictionarist.com