Αγγλικά → Ελληνικά - operative

προφορά
ουσ. εργάτης, τεχνίτης, ενεργός
επίθ. ενεργητικός, εγχειρητικός, χειρουργικός, εν λειτουργία

Αγγλικά → Αγγλικά - operative

προφορά
n. worker; craftsman; artisan
adj. in working order; valid; influential; important; surgical; efficient
adj. operative, surgical; operational, strategic

Αγγλικά → Γαλλικά - operative

προφορά
n. employé, ouvrier; artisan; artiste
adj. opératif, valable; influent; important; analyste; efficace

Αγγλικά → Γερμανικά - operative

προφορά
n. Arbeiter; Unternehmer; Künstler
adj. wirksam; operativ; funktionsfähig; wichtig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - operative

προφορά
n. mata-mata, detektif
a. berlaku: yg berlaku, bekerja: yg bekerja

Αγγλικά → Ιταλικά - operative

προφορά
s. operaio; lavoratore; artigiano; (am) investigatore privato
agg. operante, funzionante, attivo; in vigore, valido; efficace; manuale; (Chir) operatorio

Αγγλικά → Πολωνικά - operative

προφορά
n. robotnik pracujący przy maszynie, robotnica pracująca przy maszynie
a. skuteczny, obowiązujący, praktyczny, operacyjny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - operative

προφορά
s. operário; mecânico; artífice; técnico
adj. operativo; importante; influente; prático

Αγγλικά → Ρουμανικά - operative

προφορά
n. muncitor, calificat, lucrător, operator
a. operativ, acţiune: de acţiune, activ, expeditiv, eficace, operator, chirurgical

Αγγλικά → Ρωσικά - operative

προφορά
с. частный детектив
прил. действующий, работающий, действительный, оперативный

Αγγλικά → Ισπανικά - operative

προφορά
s. operario
adj. operativo, eficaz, funcional, operacional, operante, operatorio, resolutivo; en vigor

Αγγλικά → Τουρκικά - operative

προφορά
i. operatör, teknisyen, özel dedektif
s. etkin, etkili, geçerli, yürürlükte olan, ameliyat ile ilgili, uygulamalı, işleyen, faal

Αγγλικά → Ουκρανικά - operative

προφορά
n. кваліфікований робітник, верстатник, механік, ремісник, сищик, агент розшукної поліції
a. оперативний, діючий, робочий, працюючий, дійсний, справжній, операційний

Αγγλικά → Ολλανδικά - operative

προφορά
bn. werking : in werking, kracht : van kracht, doeltreffend, praktisch
zn. werkman, arbeider, werker, werkkracht

Αγγλικά → Αραβικά - operative

προφορά
‏العامل‏
‏فعال، جراحي، نافذ المفعول، شرطي سري، جاسوس، عميل سري، متعلق بالعمليات الجراحية، مؤثر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - operative

προφορά
(名) 职员, 侦探, 刑警
(形) 动作的, 生产有关的, 运转的

Αγγλικά → Κινεζικά - operative

προφορά
(名) 職員, 偵探, 刑警
(形) 動作的, 生產有關的, 運轉的

Αγγλικά → Χίντι - operative

προφορά
a. सक्रिय, काम करनेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - operative

προφορά
(形) 動く; 作用する; 実施されている; 効果のある; 大事な; 手術の
(名) 工員, 労働者; 探偵; 諜報部員

Αγγλικά → Κορεατικά - operative

προφορά
명. 공원; 기술자; 직공
형. 활동하는, 작용하는; 유효한; 효력이 있는; 중요한; 외과 수술의

Αγγλικά → Βιετναμικά - operative

προφορά
n. thợ
a. thực hành, thuộc về sự mổ xẻ, công hiệu, có hiệu lực, thuộc về thợ thuyền


dictionary extension
© dictionarist.com