Αγγλικά → Ελληνικά - one

προφορά
ουσ. κάποιος, ένας, εις

Αγγλικά → Αγγλικά - one

προφορά
n. number 1; particular person or thing
adj. being 1 in number; single; same, unified; only; happening at a particular unspecified time in the past (or future)
pron. any person; any person or thing in a particular group

Αγγλικά → Γαλλικά - one

προφορά
pron. un, une
adj. un
pron. celui-ci; un

Αγγλικά → Γερμανικά - one

προφορά
n. Eins
adj. ein/eine/einem/einen
pron. ein/eine/einer/eins

Αγγλικά → Ινδονησιακά - one

προφορά
n. satu, nomor satu, orangnya
a. satu, eka, esa, sama, suatu
num. satu, se-
pron. seorang

Αγγλικά → Ιταλικά - one

προφορά
pron. uno solo, stesso
s. uno; (fam) bel tipo, persona straordinaria; una
agg. un, uno; solo, unico; questo; d'accordo; un certo

Αγγλικά → Πολωνικά - one

προφορά
n. jedynka, raz, któryś
a. jeden, pewien, któryś
pron. który, każdziusieńki, ktoś, człowiek, się, niejaki

Αγγλικά → Πορτογαλικά - one

προφορά
s. um; unidade
adj. um; único; só
pron. alguém; algum (a); aquele (a)

Αγγλικά → Ρουμανικά - one

προφορά
n. unul şi acelaşi lucru
a. acelaşi, tot una, unul, oarecare
num. unu, unul, una, un, o, prim, prima, întâi, singurul, singura
pron. se

Αγγλικά → Ρωσικά - one

προφορά
с. один, одиночка; единица; используется в качестве слова-заместителя
прил. единственный, единый; такой же, одинаковый; какой-то, неопределенный
мест. кто-то, некий, один, какой-то, некто

Αγγλικά → Ισπανικά - one

προφορά
s. mismo; único
adj. un, una; único
pron. uno,a

Αγγλικά → Τουρκικά - one

προφορά
i. bir tane, biri, birisi, kimse, tek
s. tek, aynı

Αγγλικά → Ουκρανικά - one

προφορά
n. одиниця, число один, номер перший, номер один, один, одинак, один рік, година
a. один, єдиний, цілий, нерозлучний, той самий, цей же, однаковий, незмінний, якийсь
num. один
pron. хтось, якийсь, цей, той самий, неякийсь

Πολωνικά → Αγγλικά - one

pron. they, them, theirs, their

Αγγλικά → Ολλανδικά - one

προφορά
bn. eerst, enig, enkel, dezelfde
zn. een
num. n, ipr'on, iemand, men, zeker : een zekere, enkele : een enkele

Αγγλικά → Αραβικά - one

προφορά
‏واحد، واحدة، الإنسان، ورقة نقدية من فئة الدولار الواحد‏
‏فرد، وحيدة، وحيد، أوحد، ذات، مفرد‏
‏احد الناس‏

Αγγλικά → Κινεζικά - one

προφορά
(名) 一; 一个人; 一个; 一件事物
(形) 一个的; 同一的; 某一个的; 唯一的, 单独一个的

Αγγλικά → Κινεζικά - one

προφορά
(名) 一; 一個人; 一個; 一件事物
(形) 一個的; 同一的; 某一個的; 唯一的, 單獨一個的

Αγγλικά → Χίντι - one

προφορά
n. एक, अकेला आदमी, अकेली आ‍ैरत
a. एक, एक ही, अकेला, तनहा
num. एक
pron. एक, ही

Αγγλικά → Ιαπωνικά - one

προφορά
(代) 人; 自分; 一人; 同類のもの
(形) 1つの; 1人の; 1個の; ある; 唯一の
(名) 数字の1; 1時; 1人; この人; これ

Αγγλικά → Κορεατικά - one

προφορά
명. 숫자 1; 특정한 사람이나 사물
형. 일의; 하나의; 같은 것의; 단지;과거나 미래의 특정하지 않은 때의 사건
대명. 어떤 사람; 특정한 그룹에서 어떤 한사람 또는 물건

Αγγλικά → Βιετναμικά - one

προφορά
n. lá một điểm
a. duy nhứt, cùng
num. một
pron. người ta


dictionary extension
© dictionarist.com