Αγγλικά → Ελληνικά - offspring

προφορά
ουσ. γόνος, απόγονος, βλαστάρι

Αγγλικά → Αγγλικά - offspring

προφορά
n. young, descendants, children; outcome

Αγγλικά → Γαλλικά - offspring

προφορά
n. progéniture, descendants; enfants, rejeton

Αγγλικά → Γερμανικά - offspring

προφορά
n. Nachkomme

Αγγλικά → Ινδονησιακά - offspring

προφορά
n. anak cucu, keturunan

Αγγλικά → Ιταλικά - offspring

προφορά
s. discendente; prole, discendenza, figliolanza; (fig) risultato, prodotto, frutto

Αγγλικά → Πολωνικά - offspring

προφορά
n. potomstwo, potomek, wynik

Αγγλικά → Πορτογαλικά - offspring

προφορά
s. prole; descendência

Αγγλικά → Ρουμανικά - offspring

προφορά
n. copil, vlăstar, urmaş, progenitură, produs, rezultat

Αγγλικά → Ρωσικά - offspring

προφορά
с. отпрыск, результат, продукт, плод, потомок

Αγγλικά → Ισπανικά - offspring

προφορά
s. descendencia, descendiente, descendientes, engendro, familia, hijos, linaje, progenie, progenitura, prole, vástago; cría

Αγγλικά → Τουρκικά - offspring

προφορά
i. ürün, döl, çoluk çocuk, yavrular

Αγγλικά → Ουκρανικά - offspring

προφορά
n. паросток, нащадок, продукт, результат, плід, наслідок, дітище, частка: вторинна частка, виплід, виплодок, наплід, приплід

Αγγλικά → Ολλανδικά - offspring

προφορά
zn. kroost, nakomelingen, nakomelingschap, resultaat, zaad

Αγγλικά → Αραβικά - offspring

προφορά
‏ذرية، نسل، سلالة، نتاج، نتيجة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - offspring

προφορά
(名) 子孙, 产物, 后代

Αγγλικά → Κινεζικά - offspring

προφορά
(名) 子孫, 產物, 後代

Αγγλικά → Χίντι - offspring

προφορά
n. वंशधर, वंशज, संतति, नतीजा, परिणाम

Αγγλικά → Ιαπωνικά - offspring

προφορά
(名) 子孫; 結果, 結末

Αγγλικά → Κορεατικά - offspring

προφορά
명. 자식, 후손; 결과

Αγγλικά → Βιετναμικά - offspring

προφορά
n. con cháu, con cái, chồi cây, kết quả


dictionary extension
© dictionarist.com