Αγγλικά → Ελληνικά - office

προφορά
ουσ. γραφείο, αξίωμα, υπηρεσία, λειτουργία

Αγγλικά → Αγγλικά - office

προφορά
n. chamber, bureau; role; incumbency
n. office, chamber, bureau
n. office, bureau; pantry, agency

Αγγλικά → Γαλλικά - office

προφορά
n. office, service; fonctions, poste, devoir; bureau, étude; cabinet (notaire, dentiste, docteur)

Αγγλικά → Γερμανικά - office

προφορά
n. Büro; Job, Amt; Funktion; Aufgabe; Pflicht

Αγγλικά → Ινδονησιακά - office

προφορά
n. jabatan, kedudukan, kantor, balai, markas, ruang kerja, ruang kantor, departemen, kementerian, jawatan, biro, tugas, fungsi, pemegangan, jasa, pertolongan, tanda

Αγγλικά → Ιταλικά - office

προφορά
s. ufficio; ministero, dicastero; carica, posto; (Parl) potere; (Rel) cerimonia, rito, funzione; (Lit) ufficio divino, uffizio; incarico, incombenza, compito; mansione; (sl) gabinetto; (sl) segnale

Αγγλικά → Πολωνικά - office

προφορά
n. przysługa, obowiązek, funkcja, urząd, stanowisko, pozycja, nabożeństwo {kośc.}, obrządek {kośc.}, biuro, gabinet, kancelaria, sekretariat, redakcja, buława

Αγγλικά → Πορτογαλικά - office

προφορά
s. escritório, gabinete; serviço, função, cargo; secretaria, ministério

Αγγλικά → Ρουμανικά - office

προφορά
n. birou, oficiu, cancelarie, cabinet, departament, minister, slujbă, post, serviciu, funcţie, datorie, îndatorire, ajutor, serviciu divin, breviar, dependinţe {constr.}, semn, gest {fam.}

Αγγλικά → Ρωσικά - office

προφορά
с. контора, управление, офис, пост, ведомство, министерство, бюро, канцелярия; должность, службы при доме, служба, обязанность, услуга; полномочия, функция, долг, власть; срок полномочий; обряд, церковная служба; кабинет врача

Αγγλικά → Ισπανικά - office

προφορά
s. oficina, despacho, ente, gestoría; cargo, dignidad, ocupación, oficio; ceremonia

Αγγλικά → Τουρκικά - office

προφορά
i. ofis, büro, devlet dairesi, bakanlık, görev, sorumluluk, ima, kiler, ambar, dini tören, makam
s. büro

Αγγλικά → Ουκρανικά - office

προφορά
n. служба, місце, посада, пост, перебування при владі, перебування на посаді, відомство, міністерство, управління, бюро, відділ, контора, канцелярія, кабінет, службовець: службовці установ, клерк: клерки, обов'язок, повинність, послуга, релігійний обряд, служба: церковна служба, натяк, знак, відомість: відомості, функція, настов
a. службовий, конторський, канцелярський, міністерський, відомчий

Γαλλικά → Αγγλικά - office

προφορά
(m) n. office, bureau; pantry, agency

Γερμανικά → Αγγλικά - office

προφορά
n. chamber, bureau; role; incumbency

Ισπανικά → Αγγλικά - office

προφορά
n. pantry, small room next to the kitchen (used for storing food, dishes, etc.)

Αγγλικά → Ολλανδικά - office

προφορά
zn. ambt, betrekking, bediendenkamer, taak, dienst, bureau, kantoor, ministerie, kerkdienst, mis, officie, godsdienstoefening, spreekkamer

Γαλλικά → Γερμανικά - office

προφορά
n. anstellung, messe, anrichte, speisekammer, gottesdienst, amt, office

Γαλλικά → Ιταλικά - office

προφορά
1. (église) funzione (f); servizio (m); ufficio (m)
2. (position) ufficio (m); carica (f)
3. (compagnie) ufficio (m) 4. (religion) culto (m); ufficio (m); funzione (f); cerimonia (f); rito (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - office

προφορά
1. (église) ofício (m); culto (m)
2. (position) posto (m); cargo (m)
3. (compagnie) escritório (m) 4. (religion) culto (m); ofício (m); cerimônia (f); rito (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - office

προφορά
n. бюро (m), офис (m), контора (m), служба (m), церковный: церковная служба (m), буфетная (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - office

προφορά
1. (église) oficio (m); servicio (m)
2. (position) cargo (m)
3. (compagnie) oficina (f); despacho (m) 4. (religion) culto (m); oficio (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - office

προφορά
[le] görev; memuriyet, hizmet; büro; ayin, dua

Γερμανικά → Γαλλικά - office

προφορά
n. office (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - office

προφορά
n. repostería (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - office

προφορά
i. büro (n)

Γαλλικά → Ολλανδικά - office

προφορά
1. (église) dienst (m); kerkdienst (m)
2. (position) ambt (n); officie (n)
3. (compagnie) kantoor (n) 4. (religion) eredienst (m); kerkdienst (m)

Αγγλικά → Αραβικά - office

προφορά
‏منصب، مكتب، ديوان، وزارة، مكتب الموظف، عيادة، وظيفة، حكومة، شعيرة طقس ديني، مهمة، مقر، واجب، مركز، مساعي حميدة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - office

προφορά
(名) 办公室, 事务所, 办事处

Αγγλικά → Κινεζικά - office

προφορά
(名) 辦公室, 事務所, 辦事處

Αγγλικά → Χίντι - office

προφορά
n. क़िदमत, सेवा, नौकरी, ओहदा, काम, कार्य, कर्तव्य, फ़र्ज़, दफ़तर, आफ़िस

Αγγλικά → Ιαπωνικά - office

προφορά
(名) 事務所; 事務室; 営業所; 役所; 省

Αγγλικά → Κορεατικά - office

προφορά
명. 사무소, 관청; 역할 ; 관직, 공직

Αγγλικά → Βιετναμικά - office

προφορά
n. chức vụ, chức phận, bổn phận, trách nhiệm, địa vị, việc làm, chổ làm, văn phòng, phòng giấy, nhà phụ, nhà dưới

Γερμανικά → Κινεζικά - office

προφορά
[das] pl.Offices 营业室。办公室。


dictionary extension
© dictionarist.com