Αγγλικά → Γαλλικά - offered

προφορά
adj. présenté

Αγγλικά → Γερμανικά - offered

προφορά
unterbreitet, angeboten, offeriert, dargebracht, brachte dar, geboten

Αγγλικά → Πολωνικά - offered

προφορά
a. oferowany

Αγγλικά → Ισπανικά - offered

προφορά
ofertados, ofrecido

Αγγλικά → Αραβικά - offered

προφορά
‏مقدم‏

Αγγλικά → Χίντι - offered

προφορά
a. प्रस्तुत

Αγγλικά → Κορεατικά - offered

προφορά
형. 제공된, 제안된, 제시된


dictionary extension
© dictionarist.com