Αγγλικά → Ελληνικά - offensive

προφορά
ουσ. δυσάρεστος επίθεση
επίθ. ενοχλητικός, προσβλητικός, επιθετικός

Αγγλικά → Αγγλικά - offensive

προφορά
n. attack, act of aggression; position of pursuit or aggression
adj. repulsive, disgusting; disagreeable to the senses; offending; emotionally injurious; aggressive
n. offensive, attack, act of aggression, thrust, assault (Military)

Αγγλικά → Γαλλικά - offensive

προφορά
n. offensive
adj. répugnant; dégoûtant; humiliant; blessant; offensif

Αγγλικά → Γερμανικά - offensive

προφορά
n. Offensive
adj. anstößig; widerlich; ekelhaft; offensiv

Αγγλικά → Ινδονησιακά - offensive

προφορά
n. serangan, penyerangan
a. menyakitkan hati, menghina, menusuk: yg menusuk hidung, menjijikkan, sopan: tdk sopan

Αγγλικά → Ιταλικά - offensive

προφορά
s. atteggiamento aggressivo; attacco; (Mil, Pol) offensiva
agg. offensivo, ingiurioso, oltraggioso; indecente, sconveniente; rivoltante, ripugnante, sgradevole, disgustoso; di offesa, di attacco

Αγγλικά → Πολωνικά - offensive

προφορά
n. ofensywa {wojsk.}, atak, natarcie
a. ofensywny, zaczepny, agresywny, obraźliwy, obrażający, ubliżający, uchybiający, uwłaczający, przykry, ohydny, niezdrowy, brzmiący: niemile brzmiący, nieestetyczny, niesalonowy {żart.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - offensive

προφορά
s. ofensiva
adj. ofensivo; ultrajante; desagradável; repulsivo; revoltante

Αγγλικά → Ρουμανικά - offensive

προφορά
n. ofensivă, atac
a. ofensator, jignitor, neplăcut, dezgustător, respingător, ofensiv, agresiv

Αγγλικά → Ρωσικά - offensive

προφορά
с. наступление, наступательная операция; оскорбительный, обидный
прил. оскорбительный, обидный; наступательный

Αγγλικά → Ισπανικά - offensive

προφορά
s. ofensiva, agresión, embestida
adj. ofensivo, afrentador, agraviador, agravioso, hiriente, injuriador, injuriante, insultante, ultrajante, zahiriente; afrentoso, agraviante, injurioso, vejatorio; desagradable; transgresor

Αγγλικά → Τουρκικά - offensive

προφορά
i. saldırı, hücum
s. saldıran, saldırgan, hakaret eden, iğrenç, kötü, pis

Αγγλικά → Ουκρανικά - offensive

προφορά
n. наступ, атака
a. образливий, кривдний, неприємний, огидний, бридкий, противний, наступальний, зачіпний, зневажливий, напасний, наступаючий, разливий

Γαλλικά → Αγγλικά - offensive

προφορά
(f) n. offensive

Γερμανικά → Αγγλικά - offensive

προφορά
adj. repulsive, disgusting; disagreeable to the senses; offending; emotionally injurious; aggressive

Αγγλικά → Ολλανδικά - offensive

προφορά
bn. beledigend, aanstotelijk, ergerlijk, onaangenaam, hinderlijk, weerzinwekkend, riekend : kwalijk riekend, aanvallend, aanvals
zn. offensief

Γαλλικά → Γερμανικά - offensive

προφορά
n. offensive, angriff, vorstoß

Γαλλικά → Ιταλικά - offensive

προφορά
(militaire) offensiva (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - offensive

προφορά
(militaire) ofensiva (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - offensive

προφορά
n. наступление (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - offensive

προφορά
(militaire) ofensiva (f)

Γερμανικά → Γαλλικά - offensive

προφορά
n. offensive (f)

Γερμανικά → Ιταλικά - offensive

προφορά
n. offensiva (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - offensive

προφορά
n. наступление (f), атака (f), нападение (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - offensive

προφορά
n. ofensiva (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - offensive

προφορά
i. saldırı (f)

Γαλλικά → Ολλανδικά - offensive

προφορά
(militaire) offensief (n)

Γερμανικά → Ολλανδικά - offensive

προφορά
offensief ,offensieve

Αγγλικά → Αραβικά - offensive

προφορά
‏هجوم، هجمة، إعتداء، كر هجوم‏
‏عدواني، هجومي، مهين، قبيح، كريه، جارح، مزعج‏

Αγγλικά → Κινεζικά - offensive

προφορά
(名) 进攻, 攻势
(形) 讨厌的, 攻击性的, 无礼的

Αγγλικά → Κινεζικά - offensive

προφορά
(名) 進攻, 攻勢
(形) 討厭的, 攻擊性的, 無禮的

Αγγλικά → Χίντι - offensive

προφορά
n. चढ़ाई, आक्रमण
a. अपमानजनक, अपमानकारी, जल्द नराज़ हो जानेवाला, जल्द अप्रसन्न हो जानेवाला, चिड़चिड़ा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - offensive

προφορά
(形) 不愉快な; 無礼な; 攻撃の
(名) 攻撃

Αγγλικά → Κορεατικά - offensive

προφορά
명. 공격, 공격적인 행동; 공격자세
형. 싫은, 비위에 거슬리는; 불쾌한; 위반하는; 감정을 상하게 하는; 공격적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - offensive

προφορά
a. công kích, tấn công, làm mất lòng, mích lòng, lời nói mích lòng

Γερμανικά → Κινεζικά - offensive

προφορά
[die] -n 进攻, 攻势


dictionary extension
© dictionarist.com