Αγγλικά → Ελληνικά - obsession

προφορά
ουσ. ιδεοληψία, έμμονη ιδέα, μονομανία

Αγγλικά → Αγγλικά - obsession

προφορά
n. compulsive thought, fixation; craziness about a certain issue; excessive preoccupation
n. obsession, fixation

Αγγλικά → Γαλλικά - obsession

προφορά
n. obsession, hantise; idée fixe; préoccupation; fixation

Αγγλικά → Γερμανικά - obsession

προφορά
n. Besessenheit, fixe Idee

Αγγλικά → Ινδονησιακά - obsession

προφορά
n. godaan, gangguan pikiran, obsesi, kesurupan setan, kemasukan setan

Αγγλικά → Ιταλικά - obsession

προφορά
s. ossessione, fissazione, chiodo fisso

Αγγλικά → Πολωνικά - obsession

προφορά
n. obsesja, natręctwo, opętanie, prześladowanie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - obsession

προφορά
s. obsessão, paranóia; pensar em apenas uma coisa de forma obsessiva

Αγγλικά → Ρουμανικά - obsession

προφορά
n. obsesie

Αγγλικά → Ρωσικά - obsession

προφορά
с. одержимость, навязчивая идея

Αγγλικά → Ισπανικά - obsession

προφορά
s. obsesión, adicción, fijación, idea fija, monomanía, pasión

Αγγλικά → Τουρκικά - obsession

προφορά
i. takıntı, saplantı, sabit fikir, sürekli endişe

Αγγλικά → Ουκρανικά - obsession

προφορά
n. ідея: настирлива ідея, ідея: невідчепна ідея, одержимість, мана, наблуд, насилка

Γαλλικά → Αγγλικά - obsession

προφορά
(f) n. obsession, fixation

Γερμανικά → Αγγλικά - obsession

προφορά
n. compulsive thought, fixation; craziness about a certain issue; excessive preoccupation

Αγγλικά → Ολλανδικά - obsession

προφορά
zn. obsessie, kwelling, kwellend : kwellende gedachte, gedachte : steeds achtervolgende gedachte, nachtmerrie

Γαλλικά → Γερμανικά - obsession

προφορά
n. obsession, besessenheit, zwangsvorstellung, wahnvorstellung

Γαλλικά → Ιταλικά - obsession

προφορά
(psychologie) ossessione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - obsession

προφορά
(psychologie) obsessão (f); idéia fixa

Γαλλικά → Ρωσικά - obsession

προφορά
n. навязчивый: навязчивая идея (f), одержимость (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - obsession

προφορά
(psychologie) obsesión (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - obsession

προφορά
[la] yakasını bırakmama; saplantı, takınak, musallat fikir

Γερμανικά → Γαλλικά - obsession

προφορά
n. obsession (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - obsession

προφορά
takinak, saplanti, sabit fikir, yakasını bırakmama, saplantı, takınak, musallat fikir

Γαλλικά → Ολλανδικά - obsession

προφορά
(psychologie) obsessie (f); dwanggedachte (f); dwangvoorstelling (f); idee-fixe f/n

Αγγλικά → Αραβικά - obsession

προφορά
‏إستحواذ، إشمئزاز، هاجس، تسلط، وسواس، شعور بالقلق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - obsession

προφορά
(名) 迷住, 困扰

Αγγλικά → Κινεζικά - obsession

προφορά
(名) 迷住, 困擾

Αγγλικά → Χίντι - obsession

προφορά
n. स्थिर विचार

Αγγλικά → Ιαπωνικά - obsession

προφορά
(名) 取りつくこと; 取りつかれること; 妄想

Αγγλικά → Κορεατικά - obsession

προφορά
명. 강박 관념; 어떤 것에 대한 미침; 지나친 집착

Αγγλικά → Βιετναμικά - obsession

προφορά
n. sự ám ảnh, trạng thái bị ám ảnh

Γερμανικά → Κινεζικά - obsession

προφορά
[die] 强迫症。


© dictionarist.com