Αγγλικά → Ελληνικά - nutritive

προφορά
επίθ. θρεπτικός, τροφικός

Αγγλικά → Αγγλικά - nutritive

προφορά
adj. nourishing; healthy, of high food value
adj. nutritious, nutritive, nutrient
adj. nourishing, nutritive

Αγγλικά → Γαλλικά - nutritive

προφορά
adj. nutritif, nutritionnel

Αγγλικά → Γερμανικά - nutritive

προφορά
adj. nahrhaft; Ernährungs-

Αγγλικά → Ινδονησιακά - nutritive

προφορά
a. bergizi

Αγγλικά → Ιταλικά - nutritive

προφορά
agg. nutritivo, nutriente

Αγγλικά → Πολωνικά - nutritive

προφορά
n. środek odżywczy
a. odżywczy, pożywny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - nutritive

προφορά
adj. nutritivo; substancioso

Αγγλικά → Ρουμανικά - nutritive

προφορά
a. nutritiv, hrănitor, alimentar

Αγγλικά → Ρωσικά - nutritive

προφορά
прил. питательный, питающий, пищевой, доставляющий пищу

Αγγλικά → Ισπανικά - nutritive

προφορά
adj. nutritivo, alimenticio, que nutre, sustancioso

Αγγλικά → Τουρκικά - nutritive

προφορά
s. besleyici, beslenme, sindirim

Αγγλικά → Ουκρανικά - nutritive

προφορά
n. харчовий продукт, харч, їжа
a. поживний, харчовий

Γαλλικά → Αγγλικά - nutritive

προφορά
[nutritif] adj. nutritious, nutritive, nutrient

Αγγλικά → Ολλανδικά - nutritive

προφορά
bn. voedend, voedzaam
zn. voedingsartikel

Αγγλικά → Αραβικά - nutritive

προφορά
‏غذوي، مغذ، متعلق بالتغذية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - nutritive

προφορά
(形) 有营养的, 与营养有关的, 有营养成份的

Αγγλικά → Κινεζικά - nutritive

προφορά
(形) 有營養的, 與營養有關的, 有營養成份的

Αγγλικά → Χίντι - nutritive

προφορά
a. पौष्टिक, पुष्टिकर, खाद्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - nutritive

προφορά
(形) 栄養の; 栄養のある

Αγγλικά → Κορεατικά - nutritive

προφορά
형. 자양분이 있는, 영양분이 있는, 영양의, 영양에 관한

Αγγλικά → Βιετναμικά - nutritive

προφορά
n. chất dinh dưỡng
a. dùng làm đồ ăn, thuộc về sự dinh dưỡng


dictionary extension
© dictionarist.com