Αγγλικά → Ελληνικά - nurture

προφορά
ουσ. ανατροφή
ρήμ. καλλιεργώ, ανατρέφω, τρέφω

Αγγλικά → Αγγλικά - nurture

προφορά
n. nourishment, sustenance; care for the well being of, fostering, cultivation
v. care for the well-being of; foster; provide nourishment; raise, teach; create an atmosphere conducive to development

Αγγλικά → Γαλλικά - nurture

προφορά
n. nourriture, soin, éducation
v. nourrir; élever; entretenir; entraîner

Αγγλικά → Γερμανικά - nurture

προφορά
n. Nahrung; Pflege; Erziehung
v. nähren; auf-, erziehen; trainieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - nurture

προφορά
n. pemeliharaan, pengasuhan, asuhan, didikan, makanan
v. memelihara, mengasuh, mendidik, menaruh, menaruhkan

Αγγλικά → Ιταλικά - nurture

προφορά
s. allevamento, educazione; nutrimento, vitto, cibo
v. nutrire, alimentare; allevare, educare

Αγγλικά → Πολωνικά - nurture

προφορά
n. wychowanie, szkolenie, żywność
v. wyżywić, wychować, kształcić, wykształcić, wyżywiać, wychowywać, wykształcać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - nurture

προφορά
s. educação; alimentação; criação
v. educar; alimentar; ensinar; promover

Αγγλικά → Ρουμανικά - nurture

προφορά
n. creştere, educare
v. creşte, educa, hrăni, nutri, alimenta

Αγγλικά → Ρωσικά - nurture

προφορά
с. воспитание, обучение, выращивание, выведение, питание, пища
г. воспитывать, обучать, выращивать, питать; вынашивать (план)

Αγγλικά → Ισπανικά - nurture

προφορά
s. nutrición, alimentación
v. criar, alimentar, dar alas, nutrir

Αγγλικά → Τουρκικά - nurture

προφορά
f. beslemek, büyütmek, yetiştirmek, terbiye etmek
i. besleme, bakım, yetiştirme, terbiye, yiyecek

Αγγλικά → Ουκρανικά - nurture

προφορά
n. виховання, вирощування, виведення породи, навчання, їжа, вигодовування, годування, харчування, корм, їда
v. виховувати, леліяти надію, вирощувати, виводити породу, виношувати, годувати, навчати, плекати, живити, зголубити

Αγγλικά → Ολλανδικά - nurture

προφορά
zn. voeding, voedsel, opvoeding, verzorging, grootbrengen : het grootbrengen
ww. voeden, opvoeden, verzorgen, koesteren, grootbrengen

Αγγλικά → Αραβικά - nurture

προφορά
‏تنشئة، تربية، تغذية‏
‏ربى، أنشأ، غذى، حضن، رعى، تأمر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - nurture

προφορά
(名) 养育, 教育, 营养物
(动) 养育, 教养, 给与营养物

Αγγλικά → Κινεζικά - nurture

προφορά
(名) 養育, 教育, 營養物
(動) 養育, 教養, 給與營養物

Αγγλικά → Χίντι - nurture

προφορά
n. तबिर्यत, तालीम, शिक्षा, लालन-पालन, पालन-पोषण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - nurture

προφορά
(動) 養育する; 教育する
(名) 養育; 教育; 食物

Αγγλικά → Κορεατικά - nurture

προφορά
명. 양육
동. 양육하다, 보육하다; 양성하다; 키우다

Αγγλικά → Βιετναμικά - nurture

προφορά
n. sự nuôi nấng, sự giáo dục, đồ ăn, thực phẩm
v. nuôi nấng, dưỡng dục, giáo hóa, dạy dỗ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: nurturing
Present: nurture (3.person: nurtures)
Past: nurtured
Future: will nurture
Present conditional: would nurture
Present Perfect: have nurtured (3.person: has nurtured)
Past Perfect: had nurtured
Future Perfect: will have nurtured
Past conditional: would have nurtured
© dictionarist.com