Αγγλικά → Ελληνικά - numerate

προφορά
ρήμ. που ξέρει αρίθμηση, αριθμώ

Αγγλικά → Αγγλικά - numerate

προφορά
adj. able to comprehend and use numbers
v. count; reckon
v. number, count

Αγγλικά → Γαλλικά - numerate

προφορά
v. dénombrer, compter

Αγγλικά → Γερμανικά - numerate

προφορά
adj. fähig Zahlen zu verstehen und benutzen
v. aufzählen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - numerate

προφορά
v. menghitung

Αγγλικά → Ιταλικά - numerate

προφορά
agg. che sa contare
v. enumerare, elencare

Αγγλικά → Πορτογαλικά - numerate

προφορά
adj. capaz de compreender e usar números
v. numerar, enumerar; contar

Αγγλικά → Ρωσικά - numerate

προφορά
г. подсчитывать, считать, обозначать цифрами

Αγγλικά → Ισπανικά - numerate

προφορά
v. numerar, contar, renumerar

Αγγλικά → Τουρκικά - numerate

προφορά
f. numaralamak, numara vermek, rakamları okumak

Αγγλικά → Ουκρανικά - numerate

προφορά
v. підраховувати, обчислювати

Αγγλικά → Ολλανδικά - numerate

προφορά
ww. opnoemen, opsommen

Αγγλικά → Αραβικά - numerate

προφορά
‏أحصى‏
‏عرف العد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - numerate

προφορά
(动) 数, 读, 计算

Αγγλικά → Κινεζικά - numerate

προφορά
(動) 數, 讀, 計算

Αγγλικά → Χίντι - numerate

προφορά
v. गिनना, गिनती करना, हिसाब लगाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - numerate

προφορά
(動) 数え上げる; 読む
(形) 算数ができる

Αγγλικά → Κορεατικά - numerate

προφορά
형. 이수계의, 이수계의 지식이 있는, 문과계에 대하여 이수계의, 문과계에 대하여 이수계의 지식이 있는


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: numerating
Present: numerate (3.person: numerates)
Past: numerated
Future: will numerate
Present conditional: would numerate
Present Perfect: have numerated (3.person: has numerated)
Past Perfect: had numerated
Future Perfect: will have numerated
Past conditional: would have numerated
© dictionarist.com