Αγγλικά → Ελληνικά - nourishment

προφορά
ουσ. τροφή, θρέψη

Αγγλικά → Αγγλικά - nourishment

προφορά
n. food; nutrition

Αγγλικά → Γαλλικά - nourishment

προφορά
n. alimentation; nourriture; nutrition

Αγγλικά → Γερμανικά - nourishment

προφορά
n. Nahrung; Nahrungsmittel; Ernährung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - nourishment

προφορά
n. makanan

Αγγλικά → Ιταλικά - nourishment

προφορά
s. alimento, nutrimento, cibo; nutrizione, alimentazione

Αγγλικά → Πολωνικά - nourishment

προφορά
n. pokarm, pożywienie, strawa, żywienie, posilenie, pożywka, odżywianie się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - nourishment

προφορά
s. alimento; nutrição; pasto

Αγγλικά → Ρουμανικά - nourishment

προφορά
n. hrănire, alimentare, hrană, alimentaţie, aliment

Αγγλικά → Ρωσικά - nourishment

προφορά
с. питание, пища, поддержка

Αγγλικά → Ισπανικά - nourishment

προφορά
s. nutrición, alimentación, alimento, nutriente, nutrimento, nutrimiento

Αγγλικά → Τουρκικά - nourishment

προφορά
i. besin, gıda, beslenme, besleme

Αγγλικά → Ουκρανικά - nourishment

προφορά
n. харчування, їжа, харч, пожива для розуму, годування, живлення, корм, пожива

Αγγλικά → Ολλανδικά - nourishment

προφορά
zn. voeding, voedsel, onderhoud, kost, voedingsmiddel

Αγγλικά → Αραβικά - nourishment

προφορά
‏غذاء، قوت، طعام، إقاتة، تغذية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - nourishment

προφορά
(名) 滋养品, 营养, 养料

Αγγλικά → Κινεζικά - nourishment

προφορά
(名) 滋養品, 營養, 養料

Αγγλικά → Χίντι - nourishment

προφορά
n. खिलाना, खाना, भोजन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - nourishment

προφορά
(名) 滋養分; 養育; 栄養状態

Αγγλικά → Κορεατικά - nourishment

προφορά
명. 자양물, 양분; 음식

Αγγλικά → Βιετναμικά - nourishment

προφορά
n. sự nuôi dưỡng, thực phẩm


© dictionarist.com