Αγγλικά → Ελληνικά - nourish

προφορά
ρήμ. τρέφω, καλλιεργώ

Αγγλικά → Αγγλικά - nourish

προφορά
v. feed; support; nurture

Αγγλικά → Γαλλικά - nourish

προφορά
v. nourrir, alimenter; entretenir

Αγγλικά → Γερμανικά - nourish

προφορά
v. ernähren; nähren, hegen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - nourish

προφορά
v. memberi makanan, memupuk, memelihara, menaruh, menaruhkan

Αγγλικά → Ιταλικά - nourish

προφορά
v. nutrire, alimentare; coltivare; concimare

Αγγλικά → Πολωνικά - nourish

προφορά
v. żywić, karmić, odżywiać, posilać, odżywić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - nourish

προφορά
v. alimentar, nutrir; abrigar; educar, criar

Αγγλικά → Ρουμανικά - nourish

προφορά
v. nutri, hrăni, alimenta

Αγγλικά → Ρωσικά - nourish

προφορά
г. питать, кормить, удобрять, лелеять

Αγγλικά → Ισπανικά - nourish

προφορά
v. alimentar, dar de comer, energizar, nutrir, sustentar, vigorizar; ser alimenticio

Αγγλικά → Τουρκικά - nourish

προφορά
f. beslemek, büyütmek, desteklemek, gütmek (duygu)

Αγγλικά → Ουκρανικά - nourish

προφορά
v. живити, відпускати волосся, забезпечувати, годувати, підживлювати, удобрювати, пожива: давати поживу, вирощувати, пестити, плекати, годувати груддю, постачати, живитися, згодовувати, харчувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - nourish

προφορά
ww. voeden, grootbrengen, aankweken, koesteren, aanwakkeren, onderhouden, hooghouden

Αγγλικά → Αραβικά - nourish

προφορά
‏غذى، طعم، أقات، ربى، عضد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - nourish

προφορά
(动) 滋养, 怀有, 使健壮

Αγγλικά → Κινεζικά - nourish

προφορά
(動) 滋養, 懷有, 使健壯

Αγγλικά → Χίντι - nourish

προφορά
v. खिलाना, पोषण करना, लालन-पालन करना, खाद डालना, उपजाऊ करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - nourish

προφορά
(動) 養う, 育てる, 養育する; 抱く

Αγγλικά → Κορεατικά - nourish

προφορά
동. 기르다, 키우다; 지지하다, 후원하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - nourish

προφορά
v. nuôi, nuôi nấng, cấp dưỡng, nuôi ăn


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: nourishing
Present: nourish (3.person: nourishes)
Past: nourished
Future: will nourish
Present conditional: would nourish
Present Perfect: have nourished (3.person: has nourished)
Past Perfect: had nourished
Future Perfect: will have nourished
Past conditional: would have nourished
© dictionarist.com