Ιταλικά → Αγγλικά - normalmente

προφορά
adv. normally, usually

Πορτογαλικά → Αγγλικά - normalmente

προφορά
adv. normally, ordinarily

Ισπανικά → Αγγλικά - normalmente

προφορά
adv. as a rule, normally, usually

Ιταλικά → Γαλλικά - normalmente

προφορά
(generale) normalement

Ιταλικά → Γερμανικά - normalmente

προφορά
adv. normalerweise, durchgängig, regelmäßig, normal, sonst

Πορτογαλικά → Γαλλικά - normalmente

προφορά
1. (geral) normalement
2. (hábito) d'ordinaire; ordinairement; normalement; d'habitude; généralement; à l'ordinaire; habituellement; communément

Ισπανικά → Γαλλικά - normalmente

προφορά
(general) normalement

Ισπανικά → Γερμανικά - normalmente

προφορά
adv. normalerweise, regel: in der regel

Ισπανικά → Κορεατικά - normalmente

προφορά
adv. 대체로


dictionary extension
© dictionarist.com