Αγγλικά → Αγγλικά - norma

προφορά
n. protractor, instrument for measuring angles
n. female first name
n. Norma, female first name

Αγγλικά → Γαλλικά - norma

προφορά
n. norme, appareil à mesurer des angles
n. Norma, prénom féminin

Αγγλικά → Γερμανικά - norma

προφορά
n. Winkelmeßgerät; Regel, Vorschrift
n. Norma, weiblicher Vorname

Αγγλικά → Ιταλικά - norma

προφορά
s. norma
s. Norma (nome proprio)

Αγγλικά → Πορτογαλικά - norma

προφορά
s. medidor de ângulos
s. Norma, nome próprio feminino

Αγγλικά → Ρωσικά - norma

προφορά
норма

Αγγλικά → Ισπανικά - norma

προφορά
s. Norma
s. Norma (nombre personal)

Γαλλικά → Αγγλικά - norma

προφορά
n. Norma, female first name

Γερμανικά → Αγγλικά - norma

norma, Norma

Ινδονησιακά → Αγγλικά - norma

n. norm, standard, canon, criterion

Ιταλικά → Αγγλικά - norma

προφορά
n. norm, regulation, standard, par, rule, instruction, direction, principle, guidance, custom, bogey, practice

Πολωνικά → Αγγλικά - norma

n. rule, standard, signature, run, quota, stint, norm

Πορτογαλικά → Αγγλικά - norma

προφορά
n. norm, rule, regulation, order, canon

Ρουμανικά → Αγγλικά - norma

v. normalize, standardize, control

Ισπανικά → Αγγλικά - norma

προφορά
n. norm, prescript, rule, yardstick, policy

Ιταλικά → Γαλλικά - norma

προφορά
(somiglianza) norme (f); critère (m); standard (m)

Ιταλικά → Γερμανικά - norma

προφορά
n. norm, regel, vorschrift, richtlinie, maßregel, maßstab, kanon, standard, gebot, schema

Πορτογαλικά → Γαλλικά - norma

προφορά
1. (geral) pierre de touche; mesure (f)
2. (comparação) norme (f); critère (m); standard (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - norma

προφορά
1. (general) mesure (f)
2. (similitud) point de référence; critère (m); norme (f); standard (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - norma

προφορά
n. winkelmaß, norm, standard, richtschnur, richtlinie, regel, gesetz, vorschrift

Ισπανικά → Ρωσικά - norma

προφορά
n. норма, правило

Τουρκικά → Ρωσικά - norma

n. норма (F)

Αγγλικά → Κινεζικά - norma

προφορά
[Norma] (名) 矩尺座

Αγγλικά → Κινεζικά - norma

προφορά
[Norma] (名) 矩尺座

Αγγλικά → Ιαπωνικά - norma

προφορά
(名) 規範
(名) ノーマ, 女子名

Αγγλικά → Κορεατικά - norma

προφορά
[Norma] 명. 노르마, 여자 이름

Ισπανικά → Κορεατικά - norma

προφορά
n. 규범, 보기


dictionary extension
© dictionarist.com