Αγγλικά → Ελληνικά - narrow-mindedness

προφορά
ουσ. στενοκεφαλιά

Αγγλικά → Γαλλικά - narrow-mindedness

προφορά
n. petitesse d'esprit (f), étroitesse d'esprit (f)

Αγγλικά → Γερμανικά - narrow-mindedness

προφορά
n. engstirnigkeit (f), kleinlichkeit (f)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - narrow-mindedness

προφορά
n. kesempitan, kepicikan, kecupetan

Αγγλικά → Πολωνικά - narrow-mindedness

προφορά
n. ograniczenie umysłowe, małostkowość, filisterstwo, ciasnota, zaściankowość

Αγγλικά → Ρουμανικά - narrow-mindedness

προφορά
n. limitare, lipsă de orizont

Αγγλικά → Ρωσικά - narrow-mindedness

προφορά
с. ограниченность (F), недалекость (F)

Αγγλικά → Ισπανικά - narrow-mindedness

προφορά
s. estrechez de miras (f)

Αγγλικά → Ουκρανικά - narrow-mindedness

προφορά
n. обмеженість, вузькість поглядів, забобонність, міщанство

Αγγλικά → Ολλανδικά - narrow-mindedness

προφορά
zn. bekrompenheid

Αγγλικά → Αραβικά - narrow-mindedness

προφορά
تعصب

Αγγλικά → Χίντι - narrow-mindedness

προφορά
n. विचारसंकीर्णता

Αγγλικά → Βιετναμικά - narrow-mindedness

προφορά
n. không có trí óc


© dictionarist.com