Αγγλικά → Ελληνικά - named

προφορά
[name] ρήμ. κατονομάζω, ονομάζω, διορίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - named

προφορά
adj. called; having the name, identified as; mentioned; having a name

Αγγλικά → Γαλλικά - named

προφορά
adj. nommé, appelé, surnommé; identifié, mentionné

Αγγλικά → Γερμανικά - named

προφορά
[name] v. Namen nennen; benennen; rufen
adj. im Name

Αγγλικά → Ινδονησιακά - named

προφορά
a. bernama, juluk

Αγγλικά → Ιταλικά - named

προφορά
agg. nominato; di nome

Αγγλικά → Πολωνικά - named

προφορά
v. nazwać, podać nazwisko, dać imię, ochrzcić, wymieniać po nazwisku, wyznaczać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - named

προφορά
adj. nomeado, chamado, mencionado

Αγγλικά → Ρουμανικά - named

προφορά
v. numi, denumi, spune, boteza, da un nume, spune pe nume, cunoaşte denumirea, fixa, meţiona, stabili

Αγγλικά → Ρωσικά - named

προφορά
[name] г. называть, давать имя, назвать, нарекать, поименовать; перечислять поименно, обращаться по имени; указывать, назначать, упоминать; призывать к порядку, приводить в качестве примера

Αγγλικά → Ισπανικά - named

προφορά
adj. denominado, designado, llamado, mencionado, que se llama

Αγγλικά → Τουρκικά - named

προφορά
s. denilen, adlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - named

προφορά
a. званий, іменований, наречений

Αγγλικά → Ολλανδικά - named

προφορά
bn. genoemd

Αγγλικά → Αραβικά - named

προφορά
سمى, حدد, عين, حدد الثمن, دعا, اختار

Αγγλικά → Κινεζικά - named

προφορά
[name] (动) 给...取名; 说出...的名字; 给...命名; 提名

Αγγλικά → Κινεζικά - named

προφορά
[name] (動) 給...取名; 說出...的名字; 給...命名; 提名

Αγγλικά → Ιαπωνικά - named

προφορά
(形) 呼ばれた; 名の知れた; 指名された; 有名な
(動) 命名する; 名指しする; 指名する; 名づける

Αγγλικά → Κορεατικά - named

προφορά
형. 불리는, 이름지어진

Αγγλικά → Βιετναμικά - named

προφορά
v. kêu tên, gọi tên


dictionary extension
© dictionarist.com