Αγγλικά → Ελληνικά - multitude

προφορά
ουσ. πλήθος

Αγγλικά → Αγγλικά - multitude

προφορά
n. many, large quantity; mass, crowd
n. multitude, throng

Αγγλικά → Γαλλικά - multitude

προφορά
n. multitude, amas; public

Αγγλικά → Γερμανικά - multitude

προφορά
n. Menge; große Zahl; die Masse; Vielheit

Αγγλικά → Ινδονησιακά - multitude

προφορά
n. banyaknya, jumlah besar, orang banyak

Αγγλικά → Ιταλικά - multitude

προφορά
s. moltitudine, quantità, gran numero; folla, schiera, stuolo; popolo, masse

Αγγλικά → Πολωνικά - multitude

προφορά
n. mnóstwo, mnogość, wielość, rzesza, nawał, nawała, bezmiar, bezlik, góra, hurma, ćma, mrowie, powódź, banda, zastęp

Αγγλικά → Πορτογαλικά - multitude

προφορά
s. grande quantidade; massa, multidão, povaréu

Αγγλικά → Ρουμανικά - multitude

προφορά
n. mulţime, masă, multitudine, gloată, grămadă, număr

Αγγλικά → Ρωσικά - multitude

προφορά
с. множество, большое число, масса, толпа

Αγγλικά → Ισπανικά - multitude

προφορά
s. multitud, conglomerado, mare mágnum, maremagno, masa, masa de gente, muchedumbre

Αγγλικά → Τουρκικά - multitude

προφορά
i. kalabalık, izdiham, çokluk

Αγγλικά → Ουκρανικά - multitude

προφορά
n. безліч, натовп, валява, маса, навал, навала

Γαλλικά → Αγγλικά - multitude

προφορά
(f) n. multitude, throng

Αγγλικά → Ολλανδικά - multitude

προφορά
zn. massa, menigte

Γαλλικά → Γερμανικά - multitude

προφορά
n. häufung, unzahl

Γαλλικά → Ιταλικά - multitude

προφορά
(quantité) moltitudine (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - multitude

προφορά
(quantité) multidão (f); aglomeração (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - multitude

προφορά
n. множество (f), гамма (f), толпа (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - multitude

προφορά
(quantité) multitud (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - multitude

προφορά
[la] çokluk, bolluk; sürü; halk yığını, kalabalık

Γαλλικά → Ολλανδικά - multitude

προφορά
(quantité) massa (m/f)

Αγγλικά → Αραβικά - multitude

προφορά
‏تعدد، عددوفير، حشد، العامة، جماهير، كثرة، الوفرة، سرب من الطيور‏

Αγγλικά → Κινεζικά - multitude

προφορά
(名) 多数, 群众

Αγγλικά → Κινεζικά - multitude

προφορά
(名) 多數, 群眾

Αγγλικά → Χίντι - multitude

προφορά
n. अधिक संख्या, बड़ी संख्या, अनेकता, बहुलता, आधिक्य, भीड़, गण, मेला, समवाय, सामान्य लोग, जन-साधारण, चक्कर

Αγγλικά → Ιαπωνικά - multitude

προφορά
(名) 多数; 大衆; 群衆; 大勢, 多勢

Αγγλικά → Κορεατικά - multitude

προφορά
명. 다수, 대량; 군중

Αγγλικά → Βιετναμικά - multitude

προφορά
n. nhiều, số đông, vô số


dictionary extension
© dictionarist.com