Πορτογαλικά → Αγγλικά - movido

προφορά
adj. moved

Ισπανικά → Αγγλικά - movido

προφορά
adj. active, restless, swinging, abuzz, disdosed

Ισπανικά → Γαλλικά - movido

προφορά
(mar) houleux; agité

Ισπανικά → Γερμανικά - movido

προφορά
a. bewegt, verwackelt, wechselvoll, ereignisreich, schwächlich

Ισπανικά → Ρωσικά - movido

προφορά
adj. смазанный

Ισπανικά → Κορεατικά - movido

προφορά
adj. 활동적인, 차분하지 못한


dictionary extension
© dictionarist.com