Αγγλικά → Ελληνικά - motif

προφορά
ουσ. κεντρική ιδέα, μοτίβο

Αγγλικά → Αγγλικά - motif

προφορά
n. main idea, predominant subject, recurring theme; unique design (of a piece of art, music, book, etc.)
n. motive, reason, cause; figure, pattern; motif, main idea (of a piece of art, music, book, etc.)
n. motif, theme

Αγγλικά → Γαλλικά - motif

προφορά
n. motif, idée centrale, sujet central

Αγγλικά → Γερμανικά - motif

προφορά
n. Leitmotiv

Αγγλικά → Ινδονησιακά - motif

προφορά
n. motif, tema

Αγγλικά → Ιταλικά - motif

προφορά
s. motivo, tema, elemento dominante; disegno

Αγγλικά → Πολωνικά - motif

προφορά
n. motyw

Αγγλικά → Πορτογαλικά - motif

προφορά
s. tema, motivo, idéia principal, assunto principal

Αγγλικά → Ρωσικά - motif

προφορά
с. основная тема, лейтмотив, главная мысль, кружевное украшение

Αγγλικά → Ισπανικά - motif

προφορά
s. motivo, causal, causante, tema

Αγγλικά → Τουρκικά - motif

προφορά
i. motif, örge

Αγγλικά → Ουκρανικά - motif

προφορά
n. тема: основна тема, лейтмотив, мотив

Γαλλικά → Αγγλικά - motif

προφορά
(m) n. motive, reason, cause; figure, pattern; motif, main idea (of a piece of art, music, book, etc.)

Ινδονησιακά → Αγγλικά - motif

n. motif, theme, motive, persuasive

Τουρκικά → Αγγλικά - motif

προφορά
n. main idea, predominant subject, recurring theme; unique design (of a piece of art, music, book, etc.)
n. motive, reason, cause; figure, pattern; motif, main idea (of a piece of art, music, book, etc.)
n. motif, theme

Αγγλικά → Ολλανδικά - motif

προφορά
zn. centraal idee, motief

Γαλλικά → Γερμανικά - motif

προφορά
n. urteilsbegründung, vorlage, grund, beweggrund, anknüpfungspunkt, dekor, anlass, antrieb, motiv, dessin, muster

Γαλλικά → Ιταλικά - motif

προφορά
1. (excuser) motivo (m); ragione (f); causa (f)
2. (décoration) motivo (m); disegno (m)
3. (raison) motivo (m); movente (m); argomento (m); ragione (f) 4. (art) motivo (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - motif

προφορά
1. (excuser) motivo (m); causa (f); razão (f)
2. (décoration) motivo (m); desenho (m); padrão (m)
3. (raison) motivo (m); argumento (m); razão (m) 4. (art) motivo (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - motif

προφορά
n. мотив (m), побуждение (m), причина (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - motif

προφορά
1. (excuser) ocasión (f); motivo (m); causa (f)
2. (décoration) diseño (m); dibujo (m)
3. (raison) motivo (m); móvil (m); argumento (m) 4. (art) motivo (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - motif

προφορά
[le] güdü; sebep; (resimde) konu; motif

Τουρκικά → Γαλλικά - motif

προφορά
[le] güdü; sebep; (resimde) konu; motif

Τουρκικά → Γερμανικά - motif

προφορά
n. Dekor, Motiv

Τουρκικά → Ρωσικά - motif

προφορά
n. мотив (M), орнамент (M)

Γαλλικά → Ολλανδικά - motif

προφορά
1. (excuser) aanleiding (f); beweegreden (m/f); motief (n); beweeggrond (m)
2. (décoration) patroon (n); tekening (f); dessin (n)
3. (raison) motief (n); beweegreden (m/f); drijfveer (m/f); onderwerp (n); argument (n); bewijsgrond (m); reden (m/f) 4. (art) motief (n)

Αγγλικά → Αραβικά - motif

προφορά
‏فكرة رئيسية، الباعث، عنصر، الحافز، موضوع، سبب، عزر، رسم متكرر، فكرة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - motif

προφορά
(名) 主题, 动机, 意念

Αγγλικά → Κινεζικά - motif

προφορά
(名) 主題, 動機, 意念

Αγγλικά → Χίντι - motif

προφορά
n. मूल भाव, प्रधान विचार, प्रधान चेष्टा, विशेष लक्षण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - motif

προφορά
(名) 主題; 中心的図形; 動機; 刺激

Αγγλικά → Κορεατικά - motif

προφορά
명. 주제; 독특한 디자인

Αγγλικά → Βιετναμικά - motif

προφορά
n. kiểu trang sức, tượng ý, nhạc đề


dictionary extension
© dictionarist.com