Αγγλικά → Ελληνικά - morsel

προφορά
ουσ. μπούκλα, τεμάχιο, κομματάκι

Αγγλικά → Αγγλικά - morsel

προφορά
n. slice, crumb, a bit of, nibble, mouthful

Αγγλικά → Γαλλικά - morsel

προφορά
n. morceau, miette, parcelle, morsure

Αγγλικά → Γερμανικά - morsel

προφορά
n. (Lecker) Bissen; Stück; gutaussehendes Mädchen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - morsel

προφορά
n. potongan kecil, butir, butiran, makanan yg lezat

Αγγλικά → Ιταλικά - morsel

προφορά
s. pezzetto, morso, boccone; bocconcino, cibo prelibato; (fig) briciolo, pizzico

Αγγλικά → Πολωνικά - morsel

προφορά
n. kęs, kąsek, kawałek, odrobina
v. rozdrabniać, rozparcelować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - morsel

προφορά
s. bocado, pedaço, parte, porção

Αγγλικά → Ρουμανικά - morsel

προφορά
n. bucată, dumicat, bucată mică, bucăţică, îmbucătură, fărâmă, nimic, zero

Αγγλικά → Ρωσικά - morsel

προφορά
с. кусочек, вкусное блюдо, закуска

Αγγλικά → Ισπανικά - morsel

προφορά
s. bocado

Αγγλικά → Τουρκικά - morsel

προφορά
i. lokma, parça

Αγγλικά → Ουκρανικά - morsel

προφορά
n. шматочок, закуска: легка закуска, страва: смачна страва, краєць

Αγγλικά → Ολλανδικά - morsel

προφορά
zn. hap, stuk(je); greintje

Αγγλικά → Αραβικά - morsel

προφορά
‏كسرة، لقمة، مضغة، قلة، شخص تافه‏
‏وزع بماقدير صغيرة، قسم إلى أجزاء صغيرة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - morsel

προφορά
(名) 一口, 一片, 少量

Αγγλικά → Κινεζικά - morsel

προφορά
(名) 一口, 一片, 少量

Αγγλικά → Χίντι - morsel

προφορά
n. खंड, टुकड़ा, निवाला, कौर, ग्रास

Αγγλικά → Ιαπωνικά - morsel

προφορά
(名) 一切れ; かけら; 一口; 小量

Αγγλικά → Κορεατικά - morsel

προφορά
명. 음식물의 한 입, 한조각, 작은 조각

Αγγλικά → Βιετναμικά - morsel

προφορά
n. miếng, miếng nhỏ
v. chia vụn


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: morsel(l)ing
Present: morsel (3.person: morsels)
Past: morsel(l)ed
Future: will morsel
Present conditional: would morsel
Present Perfect: have morsel(l)ed (3.person: has morsel(l)ed)
Past Perfect: had morsel(l)ed
Future Perfect: will have morsel(l)ed
Past conditional: would have morsel(l)ed
© dictionarist.com