Αγγλικά → Ελληνικά - morally

προφορά
(Lex**) ηθικά

Αγγλικά → Αγγλικά - morally

προφορά
adv. from a moral point of view; virtuously; according to the principles of morality

Αγγλικά → Γαλλικά - morally

προφορά
adv. moralement, intégralement

Αγγλικά → Γερμανικά - morally

προφορά
adv. moralisch, sittlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - morally

προφορά
adv. kesusilaan: dr segi kesusilaan, moral: secara moral

Αγγλικά → Ιταλικά - morally

προφορά
avv. moralmente; dal punto di vista della morale; praticamente, in realtà, in sostanza

Αγγλικά → Πολωνικά - morally

προφορά
adv. moralnie, obyczajowo, duchownie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - morally

προφορά
adv. moralmente, com moral

Αγγλικά → Ρουμανικά - morally

προφορά
adv. moraliceşte, punct: din punct de vedere moral, fapt: de fapt, mod: în mod practic

Αγγλικά → Ρωσικά - morally

προφορά
нареч. морально, нравственно, добродетельно; в сущности, фактически, по всей видимости

Αγγλικά → Ισπανικά - morally

προφορά
adv. moralmente, éticamente

Αγγλικά → Τουρκικά - morally

προφορά
zf. ahlâkça, manevi olarak

Αγγλικά → Ουκρανικά - morally

προφορά
adv. морально, доброчесно, суть: по суті

Αγγλικά → Ολλανδικά - morally

προφορά
bw. op morele/ethische wijze

Αγγλικά → Αραβικά - morally

προφορά
‏مفسر‏
‏معنويا، أخلاقيا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - morally

προφορά
(副) 道德上; 确实地; 有道德地

Αγγλικά → Κινεζικά - morally

προφορά
(副) 道德上; 確實地; 有道德地

Αγγλικά → Χίντι - morally

προφορά
adv. धर्म से, न्याय से, नैतिकता से

Αγγλικά → Ιαπωνικά - morally

προφορά
(副) 道徳的に見て; 道徳的に; 間違いなく; 方性に

Αγγλικά → Κορεατικά - morally

προφορά
부. 도덕상으로; 윤리적으로

Αγγλικά → Βιετναμικά - morally

προφορά
adv. răn dạy, khuyến giới, đạo đức, luân lý


dictionary extension
© dictionarist.com