Αγγλικά → Ελληνικά - monk

προφορά
ουσ. καλόγηρος, καλόγερος

Αγγλικά → Αγγλικά - monk

προφορά
n. hermit, male member of a religious order

Αγγλικά → Γαλλικά - monk

προφορά
n. moine, ermite

Αγγλικά → Γερμανικά - monk

προφορά
n. Mönch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - monk

προφορά
n. rahib, biarawan

Αγγλικά → Ιταλικά - monk

προφορά
s. (Rel) monaco

Αγγλικά → Πολωνικά - monk

προφορά
n. mnich, zakonnik

Αγγλικά → Πορτογαλικά - monk

προφορά
s. monge

Αγγλικά → Ρουμανικά - monk

προφορά
n. călugăr, monah

Αγγλικά → Ρωσικά - monk

προφορά
с. монах

Αγγλικά → Ισπανικά - monk

προφορά
s. monje, fraile, fray, religioso

Αγγλικά → Τουρκικά - monk

προφορά
i. keşiş, rahip, inzivaya çekilmiş kimse, papaz

Αγγλικά → Ουκρανικά - monk

προφορά
n. монах, патер, чернець

Αγγλικά → Ολλανδικά - monk

προφορά
zn. (klooster)monnik

Αγγλικά → Αραβικά - monk

προφορά
‏راهب، ناسك، رجل متدين‏

Αγγλικά → Κινεζικά - monk

προφορά
(名) 修道士, 和尚, 僧侣

Αγγλικά → Κινεζικά - monk

προφορά
(名) 修道士, 和尚, 僧侶

Αγγλικά → Χίντι - monk

προφορά
n. मठवासी, संन्यासी, साधु, महंत, यति, उदासी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - monk

προφορά
(名) 修道士; 僧, 僧侶, モンク; サル

Αγγλικά → Κορεατικά - monk

προφορά
명. 수사, 수도사

Αγγλικά → Βιετναμικά - monk

προφορά
n. thầy tu, thầy tăng


© dictionarist.com